Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΑ ΘΕΣΜΙΚΑ ΑΤΟΠΗΜΑΤΑ ΤΣΙΠΡΑ – ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΥ




Με αφορμή την πολιτική αντιπαράθεση, που προέκυψε από την παραίτηση της κυβέρνησης και την ανάθεση διερευνητικών εντολών στους αρχηγούς των τριών πρώτων κομμάτων, θα ανέμενε κάποιος από τα μέσα μαζικής «ενημέρωσης» (ΜΜ «Ε»), να αναφέρουν το επίμαχο άρθρο του Συντάγματος, ώστε οι πολίτες να έχουν τη δυνατότητα να ενημερωθούν και να σχηματίσουν ορθή άποψη για το ποίος εκ των αντιπαρατιθέμενων έχει δίκιο και εάν πράγματι υπήρξε παραβίαση του Συντάγματος από τον παραιτηθέντα πρωθυπουργό και από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όπως ευθέως ισχυρίσθηκε η Πρόεδρος τη Βουλής, Ζωή Κωνσταντοπούλου, και, εμμέσως πλην σαφώς, ο  πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Ευάγγελος Μεϊμαράκης. Το αυτό θα ανέμενε κάποιος και από τους διαφόρους συνταγματολόγους, οι οποίοι, κατ’επιλογήν των ΜΜ «Ε», καλούνται να εκφράσουν την επιστημονική άποψή τους. Πλην όμως, όπως δυστυχώς συμβαίνει στη χώρα μας, όπου η αντικειμενική ενημέρωση αποτελεί ακόμη το ζητούμενο, ουδέν εκ των προαναφερθέντων συνέβη, ήτοι ουδείς ανέφερε το περιεχόμενο του επίμαχου άρθρου του Συντάγματος. Αυτό συνέβη, προκειμένου να παραπληροφορηθούν, για μία ακόμη φορά, οι πολίτες και να στοχοποιηθεί, επίσης για μία ακόμη φορά, η Πρόεδρος της Βουλής Ζωή Κωνσταντοπούλου και όσοι, έστω και ενδεχομένως ευκαιριακά, συντάχθηκαν – συμφώνησαν μαζί της.

Σύμφωνα, λοιπόν, με το άρθρο 37 παρ. 4 του Συντάγματος, «Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ανατίθεται, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους εντολή σχηματισμού Κυβέρνησης ή διερευνητική εντολή σε αρχηγό κόμματος, αν το κόμμα δεν έχει αρχηγό ή εκπρόσωπο, ή αν ο αρχηγός ή ο εκπρόσωπός του δεν έχει εκλεγεί βουλευτής, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίνει την εντολή σ’αυτόν που προτείνει η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος. Η πρόταση για την ανάθεση εντολής γίνεται μέσα σε τρεις ημέρες από την ημέρα που ο Πρόεδρος της Βουλής  ή ο αναπληρωτής του ανακοινώσει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη δύναμη των κομμάτων στη Βουλή · η ανακοίνωση αυτή γίνεται πριν από κάθε ανάθεση εντολής».

Από το γράμμα των διατάξεων του προαναφερθέντος άρθρου του Συντάγματος, προκύπτει σαφώς και χωρίς να επιδέχεται της παραμικρής ερμηνείας, ότι η σχετική διαδικασία των διερευνητικών εντολών εκκινεί με πρωτοβουλία του εκάστοτε πρωθυπουργού, ο οποίος οφείλει να ενημερώνει άμεσα και πρωτίστως τον εκάστοτε Πρόεδρο της Βουλής για την παραίτηση του ιδίου και της κυβερνήσεώς του, ώστε στη συνέχεια ο Πρόεδρος της Βουλής να ανακοινώσει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη δύναμη των κομμάτων στη Βουλή. Μόνο τότε δύναται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να καλέσει τον αρχηγό του πρώτου σε δύναμη κοινοβουλευτικού κόμματος για ανάθεση της πρώτης εντολής. Η αναγκαιότητα αυτής της ρύθμισης επιβεβαιώθηκε  – ενισχύθηκε και από το γεγονός, ότι, αμέσως μετά την παραίτηση του Πρωθυπουργού και της κυβερνήσεώς του, υπήρξε σχηματισμός νέου κόμματος από βουλευτές του κυβερνητικού κόμματος, με αποτέλεσμα να μεταβληθεί η κοινοβουλευτική δύναμη του κυβερνώντος κόμματος, αλλά και να μεταβληθεί η σειρά των κομμάτων, που θα κληθούν να λάβουν διερευνητική εντολή, αφού τρίτο πλέον κοινοβουλευτικό κόμμα είναι το κόμμα «Λαϊκή Ενότητα» και όχι η «Χρυσή Αυγή».

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, όπως έχει επισήμως καταγγελθεί από την Πρόεδρο της Βουλής, Ζωή Κωνσταντοπούλου, και από τον Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας, Ευάγγελο Μεϊμαράκη, χωρίς να έχουν ακόμη διαψευσθεί, ο παραιτηθείς Πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, δεν ενημέρωσε καν την Πρόεδρο της Βουλής για την παραίτησή του, αλλά και της κυβερνήσεώς του, ώστε αυτή να εκκινήσει τη σχετική διαδικασία, αλλά και ουδεμία ενημέρωση είχε ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, ο οποίος, όπως φέρεται να έχει καταγγείλλει, δέχθηκε χθες και όχι σήμερα τη διερευνητική εντολή, μέσω e-mail (δεν εκλήθη να την παραλάβει από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας)!!! Ο δε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, ξεκίνησε τη διαδικασία ανάθεσης των διερευνητικών εντολών, χωρίς να αναμένει τη συνταγματικά προβλεπόμενη διαδικασία της προηγούμενης ενημέρωσής του από την Πρόεδρο της Βουλής σχετικά με τη δύναμη των κομμάτων στη Βουλή, η οποία μάλιστα μετεβλήθη, όπως και ο αριθμός τους. Φέρεται δε να απέστειλε με e-mail τη διερευνητική εντολή στον Πρόεδρο τη Νέας Δημοκρατίας και όχι να τον έχει καλέσει για να την αναθέσει αυτοπροσώπως.

Είναι, λοιπόν, προφανές, ότι, τόσο η Πρόεδρος της Βουλής, όσο και ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, ορθώς παραπονούνται για παραβίαση της συνταγματικά κατοχυρωμένης διαδικασίας ανάθεσης των διερευνητικών εντολών. Επισημαίνω, ότι οι διαδικασίες θεσπίζονται – προβλέπονται χάριν διαφύλαξης της ουσίας. Ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτο να λοιδορείται διαρκώς η Πρόεδρος της Βουλής για την εμμονή της στην πιστή τήρηση του Κανονισμού της Βουλής και του Συντάγματος, αλλά και να εμφανίζεται δολίως, από διαφόρους, ως μία γραφική προσωπικότητα.

Σ’ό,τι δε αφορά σε ορισμένους συνταγματολόγους, οι οποίοι, δυστυχώς, φέρονται να υποτάσσουν την επιστημοσύνη τους και την όποια αξιοπιστία τους σε κομματικά ή ιδιοτελή συμφέροντα, η συμπεριφορά τους ήταν αναμενόμενη, όταν επί σειρά ετών απέφευγαν και αποφεύγουν να καταγγείλουν την κατάφωρη παραβίαση του Συντάγματος από όλες τις απελθούσες – μνημονιακές κυβερνήσεις, με κορυφαία στιγμή την ευθεία παραβίαση του αποτελέσματος του πρόσφατου δημοψηφίσματος, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 εδ. α΄ του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 16 παρ. 3 του Ν. 4023/2011, ήταν και είναι δεσμευτικό. Ουδείς εξ αυτών των «τηλεοπτικών» συνταγματολόγων εξανέστη και ουδείς εξ αυτών κατήγγειλε αυτήν τη συνταγματική εκτροπή.

Δημήτριος Κλούρας