Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

ΦΑΟΥΣΤ - ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ




Αξίζει να εξετάσουμε με συντομία το πώς και γιατί σώζεται ο Φάουστ.

Κατ΄αρχήν, ο Φάουστ δεν ήταν διεφθαρμένη ψυχή, αλλά ένας ειλικρινής και φλογερός αναζητητής του νοήματος της Ζωής. Σ΄αυτή την αναζήτηση αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Είναι εμφανέστατος ο πόθος του για το Ωραίο και το Ανώτερο, που το αναζητεί πότε στην ακαδημαϊκή γνώση, η οποία τον απογοητεύει οικτρά, πότε στη Φύση, την οποία λατρεύει και πότε στη Μαγεία η οποία τον γοητεύει.

Καθώς δεν καταφέρνει να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα με κανένα μέσο, με τις υποβολές και τις μηχανορραφίες του σκοτεινού του συντρόφου, του Μεφιστοφελή, παραδίνεται σ΄ένα ολέθριο πάθος, με τραγικές συνέπειες για τα εμπλεκόμενα αθώα πρόσωπα, από τα οποία όμως τελικά κανένα δεν χάνει την ψυχή του χάρη στη διασύνδεσή τους και την πλάτη τους στον Ουρανό.

Στο Πρώτο Μέρος του δράματος, ο Φάουστ κινείται εγωκεντρικά, ενώ στο Δεύτερο ξανοίγεται σ΄ένα ανώτερο επίπεδο.

Η Ελένη συμβολίζει το Κλασσικό. Την κλασσική Ομορφιά, τα κλασσικά ιδεώδη, τις κλασσικές αξίες. Αυτά προκαλούν ψυχική ευφορία («Ευφορίων») αλλά και Φορά προς το Καλό (: Ευ-Φέρω). Όμως δεν κρατούν για πάντα, ούτε και θα ΄πρεπε. Διότι δεν μπορούν αυτά να είναι ο τελικός σκοπός της Ψυχής. Εξάλλου, αν ο Φάουστ έμενε εκεί για πάντα, θα επικύρωνε τη συμφωνία με τον Μεφιστοφελή.

Η τελευταία φάση της ζωής του Φάουστ διαδραματίζεται σε ακόμη υψηλότερο επίπεδο, καθώς ο ήρωάς μας αφιερώνεται σε έργα κοινής ωφέλειας, μακριά από τον πρωτινό εγωκεντρισμό του.

Τι είναι εκείνο που σώζει τελικά τον Φάουστ; Είναι το γεγονός ότι είναι μια ψυχή που αγωνίζεται πάντα, που πασχίζει κάτω απ΄όλες τις συνθήκες, εργάζεται, δεν τα παρατάει ποτέ. Όποιες κι αν είναι οι δυσκολίες δεν απαρνιέται τον κόσμο, δεν ζητά να αποδράσει. Σωτήριες είναι λοιπόν οι ίδιες προσπάθειες για άνοδο, αλλά δεν θα ήταν ίσως αρκετές χωρίς την Άνωθεν Βοήθεια. Όπως γράφει ο ίδιος ο Γκαίτε σε μια επιστολή του, δεν υπάρχει σωτηρία χωρίς τη Θεία Χάρη, τη Θεία Αγάπη.

Η Θεία Αγάπη αλλά και η ανθρώπινη αγάπη συνιστούν ακαταμάχητη δύναμη, την πιο μεγάλη δύναμη στο Σύμπαν.

Ο Μεφιστοφελής εκπροσωπεί την απατηλότητα, το ψεύδος, την παραπλάνηση και τις δόλιες παγίδες που το σκοτάδι στήνει συνεχώς στην ανθρώπινη ψυχή. Ο Θεός ωστόσο αποδέχεται αυτή τη δραστηριότητα της σκοτεινής δύναμης, γιατί μόνον ο πειρασμός και η υπέρβαση του κακού μπορεί να θεοποιήσει το ανθρώπινο ον, έτσι που κάποτε θα μπορέσει να πει απλά και κατηγορηματικά: «Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά». Χωρίς την αντίσταση και τη νίκη πάνω στο κακό, πώς είναι δυνατόν να κερδηθεί επάξια η δύναμη, η αγνότητα και η άνοδος;

Έχει λεχθεί: «Αγώνας είναι το κλειδί για κάθε ευτυχία».

Στην περίπτωση του Ανθρωπάριου μπορούμε να δούμε τα όρια της ανθρώπινης επιστήμης. Η Θεία Ενέργεια είναι πάντοτε αναγκαία και τίποτε δεν μπορεί να ξεφύγει από την Άνωθεν ορισμένη Φυσική Τάξη των πραγμάτων.

Αξιοσημείωτο είναι το φινάλε του δράματος, όπου η Θεία Χάρη ή Αγάπη εκπροσωπείται από την Αιώνια Θηλυκή Αρχή. Η Αγάπη η ανυψώνουσα τα πάντα, η λυτρώνουσα τα πάντα δύναμη στη Γη και στον Ουρανό αποκαλύπτεται στον άνθρωπο στην πιο αγνή και τέλεια μορφή της μέσω της Γυναίκας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ήρωας του δράματος δεν υποκινείται από ποταπά ελατήρια, και το κίνητρο είναι αυτό που βαραίνει περισσότερο, πάντοτε, στη ζυγαριά της Κρίσης.

Έτσι, η τραγωδία τελειώνει με μια πραγματική Κάθαρση και Λύτρωση.

Το κορυφαίο αυτό έργο ζωής του Γκαίτε είναι μια συμβολική απεικόνιση της ίδιας του της πνευματικής διαδρομής και των τριών κύριων ρευμάτων που τη διέτρεξαν: το ρεύμα του ρομαντισμού, το ρεύμα του κλασσικισμού και το ρεύμα της πνευματικής ανάτασης.

Αυτό δεν είναι καθόλου περίεργο ή ασυνήθιστο, αφού κάθε άνρθωπος, σε ό,τι κι αν δημιουργεί, βάζει κάτι από την ψυχή του. Και μήπως ο Δημιουργός δεν είναι πάντα η Ψυχή, το Πνεύμα;