Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΕΝΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΧΑΚΕΡ



Ο Αντρές Σεπούλδεβα εξηγεί πώς κατάφερνε να επηρεάζει τα αποτελέσματα δεκάδων εκλογικών αναμετρήσεων επί μία οκταετία

Ιωάννα Μπρατσιάκου

Στο πίσω μέρος του ξυρισμένου κεφαλιού του, έχει «χτυπήσει» έναν κώδικα QR με κλειδί κρυπτογράφησης. Λίγο πιο κάτω, στο σβέρκο, τις λέξεις head (κεφάλι) και body (σώμα). Τα τατουάζ του είναι πολύ διαφορετικά από των άλλων τροφίμων στις φυλακές της Μπογκοτά. Όπως και τα εγκλήματά του. Στην πρωτεύουσα της βίας και των ναρκωτικών, ο Κολομβιανός χάκερ εκτίει δεκαετή ποινή κάθειρξης για χρήση κακόβουλου λογισμικού, παραβίαση προσωπικών δεδομένων, συνομωσία για διάπραξη εγκλήματος και κατασκοπεία. Όλα αυτά για έναν και μόνο σκοπό: να χειραγωγήσει εκατομμύρια ψηφοφόρους και να επηρεάσει τα εκλογικά αποτελέσματα σε δεκάδες αναμετρήσεις στη Λατινική Αμερική. Όπως δήλωσε ο ίδιος σε συνέντευξη που παραχώρησε μέσα από τη φυλακή στο Bloomberg Businessweek:


“Δουλειά μου ήταν ο βρώμικος πόλεμος, οι ψυχολογικές επιχειρήσεις, η μαύρη προπαγάνδα, οι φήμες -  όλη αυτή η σκοτεινή πλευρά της πολιτικής που κανείς δεν ξέρει ότι υπάρχει αλλά όλοι μπορούν να δουν”.

Ο Αντρές Σεπούλδεβα  μεγάλωσε σε φτωχή οικογένειας της Μπουκαραμανγκα, μια περιοχή οκτώ ώρες βόρεια από τη Μπογκοτά. Η μητέρα του εργαζόταν ως γραμματέας. Ο πατέρας του ήταν ακτιβιστής, που είχε μπει στο στόχαστρο των καρτέλ ναρκωτικών επειδή βοηθούσε τους αγρότες να βρουν άλλες καλλιέργειες εκτός της κόκας. Η οικογένεια αναγκαζόταν να μετακομίζει συχνά, καθώς δεχόταν απειλές θανάτου. Οι γονείς του χώρισαν και ο ίδιος πήγε να ζήσει με τον πατέρα του στη Μπογκοτά. Εκεί έμαθε υπολογιστές, μπήκε σε μια τεχνολογική σχολή και με τη βοήθεια ενός φίλου έμαθε κώδικα.


Ο 31χρονος σήμερα Κολομβιανός διείσδυσε στη σκοτεινή πλευρά της πολίτικής το 2005, όταν και γνώρισε τον Χουάν Χοσέ Ρεντόν, έναν πολιτικό σύμβουλο με έδρα το Μαϊάμι, που τότε εργαζόταν ως επικεφαλής της επικοινωνιακής ομάδας του δεξιού Κολομβιανού τότε προέδρου Ουρίμπε. Ο Ρεντόν εντυπωσιάστηκε από τα ταλέντα του νεαρού χάκερ και τον προσέλαβε αμέσως. Μοιραζόντουσαν την ίδια απέχθεια όχι μόνο για τους μαρξιστές αντάρτες FARC αλλά και για οτιδήποτε «αριστερό».

“Το έκανα συνειδητά και έχοντας έναν καθαρό στόχο: να βάλω τέλος στις δικτατορίες και τις σοσιαλιστικές κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής”.


Σύμφωνα με τα όσα εξομολογήθηκε ο Σεπούλδεβα στο Bloomberg, η εταιρεία συμβούλων του Ρεντόν, είχε από τότε δεχτεί καταγγελίες ότι χρησιμοποιούσε βρόμικα κόλπα και διέσπειρε ψευδείς φήμες για να επηρεάσει εκλογικά αποτελέσματα. Με τον Σεπούλβεδα ωστόσο, οι εν λόγω υπηρεσίες απογειώθηκαν, καθώς έστησε ολόκληρες ομάδες που συστηματικά κατασκόπευαν, έκλεβαν και δυσφήμιζαν αντιπάλους των δεξιών προεδρικών υποψηφίων σε εκλογές σε διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Ο ίδιος ο Ρεντόν, ένας εκκεντρικός τύπος που περιφέρεται συχνά ντυμένος σαν σαμουράι και φέρεται ως φιλόσοφος – βουδιστής και πλέον περιζήτητος πολιτικός σύμβουλος στις ΗΠΑ, αρνείται τη σχέση με τον Σεπούλδεβα και λέει ότι είχαν συνεργαστεί μόνο για την κατασκευή ιστοσελίδων. «Δεν πήρε ποτέ ούτε ένα πέσο από εμένα», ξεκαθαρίζει. Την ίδια ώρα, το Bloomberg αναφέρει πως έχει στην κατοχή του ντοκουμέντα αποδεικτικά της εκδοχής του Σεπούλδεβα, ο οποίος περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια τις δραστηριότητές του στο περιοδικό, ευελπιστώντας σε μια πιο ευνοϊκή μεταχείριση και μείωση της ποινής του.


Ο Κολομβιανός χάκερ εργάστηκε σε προεκλογικές εκστρατείες σε Νικαράγουα, Παναμά, Ονδούρα, Ελ Σαλβαδόρ, Κολομβία, Μεξικό, Κόστα Ρίκα, Γουατεμάλα και Βενεζουέλα. Τα απλά του «πακέτα» ξεκινούσαν από 12.000 δολάρια τον μήνα, ενώ με το σπέσιαλ των 20.000, οι πελάτες απολάμβαναν ευρείας γκάμας ψηφιακές υποκλοπές, επιθέσεις μέσω ψεύτικων πλην «αξιόπιστων» λογαριασμών κοινωνικών δικτύων, αποκωδικοποιήσεις μηνυμάτων των αντιπάλων τους κ.α. Η πιο ακριβοπληρωμένη του δουλειά, έλαβε χώρα στο Μεξικό, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του νυν προέδρου Πένια Νιέτο. Προς αρωγή του Πένια ο Σεπούλδεβα αμείφθηκε με 600.000 δολάρια.

Μεταξύ των υπηρεσιών του ήταν και ένα ειδικό λογισμικό, που είχε δημιουργήσει ο ίδιος, το Social Media Predator, μέσω του οποίου διαχειριζόταν έναν εικονικό στρατό ψεύτικων λογαριασμών στο Twitter αλλά και το Facebook. Το λογισμικό του επέτρεπε να αλλάζει ονόματα, προφίλ, φωτογραφίες και βιογραφικά των υποτιθέμενων χρηστών διαδίδοντας ταχύτατα  οποιαδήποτε κατηγορία ή ψέμα συνέβαλλε στην αποδυνάμωση του «αριστερού αντιπάλου», περιλαμβανομένων και φημολογιών περί νοθείας. Λέει χαρακτηριστικά ο ίδιος:

“Είναι πανεύκολο να χειραγωγήσεις την κοινή γνώμη. Οι ψηφοφόροι εμπιστεύονται περισσότερο αυτά που πιστεύουν ότι είναι αυθόρμητες και ειλικρινείς αναρτήσεις πολιτών στο διαδίκτυο από τους επίσημους πολιτικούς”.


Σε άλλο σημείο της συνέντευξής του σημειώνει πως αποφάσισε να κάνει αυτή τη «δουλειά» όταν συνειδητοποίησε ότι ο κόσμος πιστεύει περισσότερο το ίντερνετ από την πραγματικότητα («μπορούσα να τους κάνω να πιστέψουν ό,τι ήθελα») ενώ επιμένει ότι τα κίνητρά του ήταν ιδεολογικά και όχι οικονομικά, καθώς αν ήθελε να γίνει πλούσιος θα επιδίδετο σε οικονομικό και όχι πολιτικό χάκινγκ.


Παρόλο που εξαφάνιζε κάθε ίχνος όταν μια καμπάνια τελείωνε (κατέστρεφε σκληρούς δίσκους, διέγραφε αρχεία με ειδικά μη ανακτήσιμα λογισμικά, έκαιγε μικροτσιπ και εγκατέλειπε σέρβερ που νοίκιαζε ανώνυμα από την Ουκρανία ή τη Ρωσία), εν τέλει ο Σεπούλδεβα εντοπίστηκε από τις Αρχές. Αρχή του τέλους ήταν η αυτονόμησή του από τον Ρεντόν. Αντί να δουλέψει για την καμπάνια του Σάντος, όπως το αφεντικό του, τέθηκε στην υπηρεσία του Σουλουάγα, υποψήφιου του κόμματος του αγαπημένου του Ουρίμπε. Ο ζήλος του να αποκαλύψει στοιχεία που είχε υποκλέψει τον έκανε να ξεχάσει τα μέτρα ασφαλείας και να παραστεί σε τηλεοπτική συνέντευξη μαζί με τον επικεφαλής της εκστρατείας του Σουλουάγα. Λίγες μέρες μετά συνελήφθη και καταδικάσθηκε για χρήση κακόβουλου λογισμικού, εγκληματική συνωμοσία, παραβίαση ιδιωτικών στοιχείων και κατασκοπεία κατά τη διάρκεια των προεδρικών εκλογών της Κολομβίας το 2014.

Κι αν η ιστορία του μοιάζει με καλοδουλεμένο προϊόν μυθοπλασίας, το μόνο βέβαιο είναι πως ο Αντρέ Σεπούλδεβα είναι ένας από τους πλέον μισητούς ανθρώπους στη χώρα του, την Κολομβία. Μετά από επαναλαμβανόμενες απόπειρες δολοφονίας του κρατείται απομονωμένος, σε τοποθεσία υψίστης ασφαλείας, ενώ βοηθά τις Αρχές στην αντιμετώπιση της online προπαγάνδας και στρατολόγησης των τζιχαντιστών.

Όσο για τον Ρεντόν; Λίγες εβδομάδες μετά τη σύλληψη του Σεπούλδεβα, αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την καμπάνια του Σάντος, έπειτα από κατηγορίες ότι δέχτηκε 12 εκατομμύρια δολάρια από εμπόρους ναρκωτικών, και φημολογείται ότι πλέον δουλεύει για τον Ντόναλντ Τραμπ … Φήμη που ο ίδιος αρνείται.