Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΟΛΗ - DARK CITY (1998)






Σε μια πόλη που τα πάντα φαίνεται να διαδραματίζονται νύχτα, ο John Murdoch ξυπνάει στη μπανιέρα ενός δωματίου ξενοδοχείου χωρίς να θυμάται απολύτως τίποτα για το ποιος είναι και πως βρέθηκε εκεί. 

Μέσα στο δωμάτιο ανακαλύπτει το πτώμα μιας γυναίκας που φαίνεται να έχει δολοφονηθεί στα πλαίσια ιεροτελεστίας.

Ένα τηλεφώνημα από τον δρ Daniel Schreber θα τον προειδοποιήσει να φύγει από εκεί, καθώς μετά από λίγο καταφθάνουν κάποιοι αλλόκοτοι άνθρωποι, γνωστοί στην ταινία ως οι ‘Strangers’.

Ο Murdock αργότερα θα μάθει το όνομα του, καθώς και το ότι έχει μια γυναίκα, την Emma, αλλά και ότι η αστυνομία κυνηγά ένα κατά συρροή δολοφόνο, θεωρώντας τον ίδιο ως τον κύριο ύποπτο. 

Παράλληλα γίνεται στόχος και των Strangers, οι οποίοι όσο τον πλησιάζουν, τον κάνουν να ανακαλύπτει ότι έχει παράξενες ψυχοκινητικές δυνάμεις, όπως και οι περίεργοι διώκτες του.

Παράλληλα, η Emma απευθύνεται στον επιθεωρητή Frank Bumstead για να βοηθήσει τον άντρα της και προσπαθούν να τον εντοπίσουν.




Προσπαθώντας να συνδέσει τα κομμάτια του πάζλ του παρελθόντος του, ο John ανακαλύπτει ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Shell Beach, ένα μέρος που όλοι φαίνεται να γνωρίζουν, αλλά μυστηριωδώς κανείς δε θυμάται πώς να πάει εκεί.

Τα ανεξήγητα φαινόμενα κορυφώνονται, όταν τα μεσάνυχτα όλοι στην πόλη πλην του John πέφτουν σε βαθύ ύπνο, μη μπορώντας να ξυπνήσουν, ενώ η πόλη αρχίζει να αλλάζει, με κτίρια να βγαίνουν από το έδαφος και τις αναμνήσεις και προσωπικότητες των ανθρώπων να αλλάζουν με την επέμβαση των Strangers.

Ο John έρχεται σε επαφή με τον δρ Schreber, ο οποίος του εξηγεί ότι οι Strangers είναι εξωγήινοι παρασιτικοί οργανισμοί με κολεκτιβιστική νόηση, οι οποίοι πεθαίνουν και χρησιμοποιούν την πόλη και τους κατοίκους της ως πειραματόζωα για να ανακαλύψουν κάποιο στοιχείο στην ανθρώπινη φυσιολογία που θα τους βοηθούσε να αποφύγουν τη μοίρα τους. 

Κάθε τόσο, αλλάζουν τη μορφή της πόλης και τις αναμνήσεις των ανθρώπων, προσπαθώντας να καταλάβουν, διαλέγοντας τον John για το ρόλο του δολοφόνου τυχαία.

Ο John, όμως, προφανώς ανέπτυξε κάποια ιδιαίτερη φυσιολογία, αποκτώντας παράλληλα και τις δυνάμεις των εξωγήινων, αν και τις ενεργοποιεί ακόμη ενστικτωδώς, γι αυτό και είναι ο μόνος που έχει συναίσθηση του τι γίνεται γύρω του.

Καθώς, ο John, ο Schreber και ο Bumstead προσπαθούν να φτάσουν στην άκρη του νήματος, η αλήθεια που κρύβεται πίσω από τη σκοτεινή αυτή πόλη, θα τους συνταράξει όσο τίποτα ως τώρα.

Να σας πω την αμαρτία μου, δεν πίστευα ότι διαφορετικά κινηματογραφικά genres θα μπορούσαν να ενταχθούν και να πλεχθούν μεταξύ τους σε ένα μόνο full length feature. 
Πόσο μάλλον με τόσο αριστοτεχνικό τρόπο.

Ο Proyas έχει χτίσει τετράγωνο-τετράγωνο, σοκάκι-σοκάκι, κτήριο-κτήριο, ένα επιβλητικό gothic τοπίο με μια film noir αισθητική που παραπέμπει σε δεκαετίες του ’30, του ’40 ή του ’50. 

Το σκοτεινό σκηνικό, οι σκιές και τα πλάνα βγάζουν μια αγωνία και μια αβεβαιότητα για το τι μπορεί να βρει ο πρωταγωνιστής στο επόμενο του βήμα, που υπάρχει σε όλη την ταινία δίνοντας μια ωραία συνοχή και εξάπτοντας το ενδιαφέρον του θεατή.

Όπως σε μια ταινία μυστηρίου εποχής, οι σεναριογράφοι David S. GoyerLem Dobbs και φυσικά ο Proyas, αφήνουν με έξυπνο τρόπο διάφορα ανεπαίσθητα στοιχεία, που ο θεατής μπορεί να μην αντιληφθεί, αλλά όταν η πλοκή αρχίζει και δένει και το κουβάρι ξετυλίγεται, τότε καταλαβαίνει ότι οι διάφορες λεπτομέρειες έχουν σημασία.




Και μέσα σ’ όλο το μυστήριο, να σου και οι αινιγματικές φιγούρες των Strangers, των πλασμάτων αυτών που μοιάζουν με ανθρώπους, αλλά δεν είναι. 

Ο Proyas αγγίζει πολύ ελαφρώς και τα όρια του τρομακτικού, με αυτές τις αλλόκοτες φιγούρες που εμφανίζοντας από το πουθενά και είναι ‘textbook’ creepy. 

Ειδικά εκείνο το παιδάκι με το μάτι να γυαλίζει και το τρίξιμο των δοντιών.

Κι επειδή μιλάμε για εξωγήινους, το sci-fi στοιχείο συμπληρώνει στο βαθμό που του αρμόζει το όλο πολύπλευρο narrative. 

Κυρίως γίνεται πιο χαρακτηριστικό αυτό το κομμάτι προς το τέλος της ταινίας, δίνοντας μια πιο ‘επική’ διάσταση στην υπόσταση της πόλης και βγάζοντας την από τα… ‘συμβατικά όρια’.

Το νόημα όμως της πόλης είναι πιο βαθύ. 

Ένας άνθρωπος ξεπερνάει τα εμπόδια που τον κρατούν δέσμιο μιας κίβδηλης πραγματικότητας και προσπαθεί να φτάσει στην αλήθεια ο ίδιος, αλλά και να τη φανερώσει στους υπόλοιπους. 

Τα πνεύματα του Σωκράτη και του Πλάτωνα θα πρέπει να είναι περήφανα, αν και σε αυτόν τον παραλληλισμό με την ‘Αλληγορία του Σπηλαίου’ (από την Πολιτεία του Πλάτωνα), δε μιλάμε για την αλήθεια που κρύβεται πίσω από τις σκιές, αλλά για την αλήθεια ότι όλα είναι σκιές.

Ταυτόχρονα, ο John Murdoch δεν είναι ο ‘Εκλεκτός’ τύπου Matrix ή ο φιλόσοφος του Σωκράτη, αλλά ένας καθημερινός άνθρωπος που έπεσε τυχαία μέσα σε αυτή τη δίνη αληθινού και ιδεατού. 

Παρόλο που είναι ξεχωριστός χάρη στις δυνάμεις του, αφήνεται να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να είναι ο καθένας από εμάς στη θέση του (ίσως εκεί να κολλάει και η αμνησία), κάτι που μου αρέσει μέσα σε ένα σενάριο, καθόσον εξιδανικεύεται ο καθημερινός άνθρωπος και του δίνεται η δυνατότητα να μπει στο ρόλο του ήρωα.