Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015

ΟΛΗ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ – ΕΦΘΑΣΕ Η ΩΡΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ





Το άρθρο αυτό γράφτηκε για το Δίκτυο Δικαιοσύνης και Διαφάνειας και αναρτήθηκε στο συγκεκριμένο site, στα μέσα Οκτωβρίου.

Του Δημήτρη Κλούρα, δικηγόρου και τέως Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Περιουσίας

Α – ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ

Σύμφωνα με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 1249/1982, οι αντικειμενικές αξίες των ακινήτων πρέπει να ελέγχονται και να αναπροσαρμόζονται ανά διετία, προκειμένου να προσεγγίζουν, κατά το δυνατόν, τις πραγματικές – εμπορικές αξίες («Οι κατά το προηγούμενο εδάφιο τιμές αναπροσαρμόζονται το βραδύτερον ανά διετία, με τις κατά την παρ. 2 του παρόντος αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών»). Πλην όμως, η τελευταία αναπροσαρμογή έγινε το έτος 2007, με την αριθμ.1020564/487/ΟΟΤΥ/Δ/2007 απόφαση του τότε Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Έκτοτε, παρήλθαν επτά έτη χωρίς την παραμικρή αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών των εντός σχεδίου ακινήτων της χώρας (με εξαίρεση αυτή, που αφορούσε αποκλειστικώς στις περιοχές της Δημοτικής Κοινότητας Ψυχικού), κατά ευθεία παράβαση του Ν. 1249/1982 και ενώ είχε ήδη προκύψει η μεγάλη οικονομική κρίση, που παρέσυρε τις τιμές των ακινήτων προς τα κάτω, με συνεχιζόμενη αυτήν την καθοδική πορεία σε συνθήκες ελεύθερης πτώσης.

Β – Η ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Με αφορμή αυτήν την ευθεία παραβίαση του νόμου, που οδηγούσε στην υπέρμετρη φορολόγηση των πολιτών, δια της επιβολής φόρων στα ακίνητά τους (έμμεσων και άμεσων), δυσανάλογων προς την πραγματική αξία τους, προσέφυγαν πολίτες στο Συμβούλιο της Επικρατείας, με την από 6-3-2014αίτησή τους, με την οποία, μεταξύ άλλων, ζήτησαν την ακύρωση της παράλειψης της Διοίκησης να εκδώσει απόφαση περί αναπροσαρμογής της φορολογητέας αξίας των ακινήτων κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 1249/2982. Η υπόθεση, λόγω της σοβαρότητάς της, εισήχθη στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας και συζητήθηκε την 10η Οκτωβρίου 2014. Υπενθυμίζω, ότι ήδη από το 2012 η Ολομέλεια του Συμβουλίου είχε αποφανθεί με την αριθμ. 1972/2012 απόφασή του επί άλλης αίτησης ακυρώσεως, που αφορούσε στον Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε., που στη συνέχεια μετεξελίχθηκε σε ΕΝ.Φ.Ι.Α. Σύμφωνα με αυτήν την απόφαση το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. δεν ήταν τέλος, αλλά φόρος προσωρινού χαρακτήρα (διετής). Απεφάνθη, δηλαδή, το Συμβούλιο Επικρατείας, ότι το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε., που μετεξελίχθηκε σε ΕΝ.Φ.Ι.Α., είναι φόρος, που δύναται να έχει μόνο προσωρινό χαρακτήρα, λόγω των έκτακτων οικονομικών συνθηκών, προκειμένου να μην καταστεί δημευτικός. Επισημαίνω, ότι, τόσο το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε., όσο και στη συνέχεια ο ΕΝ.Φ.Ι.Α., που διαδέχθηκε το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε., έχουν, ως βάση υπολογισμού, τις αντικειμενικές αξίες του 2007. Ο δε νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κος Προκόπης Παυλόπουλος, ως βουλευτής της Ν.Δ., η οποία κατέρρευσε στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015 λόγω και του ΕΝ.Φ.Ι.Α., είχε χαρακτηρίσει αυτόν τον φόρο, ως άκρως αντισυνταγματικό και δημευτικό (δείτε εδώ). Ο δε ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είχε κάνει σημαία του την κατάργηση του ΕΝ.ΦΙ.Α. (δείτε εδώ).

Σ’αυτό, λοιπόν, το πλαίσιο κλήθηκε να συνεδριάσει και να αποφανθεί η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας επί της προαναφερθείσας αίτησης των πολιτών για τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων.

Γ – Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την αριθμ. 4003/2014 απόφασή της, η οποία δημοσιεύθηκε την 14η Νοεμβρίου 2014, το μεν διεπίστωσε, ότι «η Διοίκηση έχει παραλείψειπαρανόμως να προβεί στην επιβαλλόμενη από το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 1249/1982 έκδοση απόφασης αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων της Χώρας», το δε ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης, δίνοντας εξάμηνη προθεσμία στην κυβέρνηση από την κοινοποίηση της απόφασης, «προκειμένου να προβεί στην άνω οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια». Στο σημείο αυτό επισημαίνω, ότι το Δικαστήριο εξήντλησε όλη την επιείκειά του προς την κυβέρνηση, προκειμένου να μην δημιουργηθεί μείζον δημοσιονομικό πρόβλημα, παρέχοντας μάλιστα προθεσμία συμμόρφωσης έξι μηνών, που είναι μεγαλύτερη από τη μέγιστη προβλεπόμενη των τριών μηνών. Η εν λόγω απόφαση του ΣτΕ κοινοποιήθηκε προ των εκλογών της 25ης Ιανουαρίου 2015, επί συγκυβερνήσεως ΝΔ και ΠΑΣΟΚ και έκτοτε άρχισε να «τρέχει» η προθεσμία των έξι μηνών.

Δ – ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 25ης ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2015

Αφού διορίστηκα την 5η Μαρτίου 2015 Γενικός Γραμματέας Δημόσιας Περιουσίας, διαπίστωσα, ότι έπρεπε να αντιμετωπισθεί, εντός χρονικού διαστήματος, μικρότερου πλέον των τριών περίπου μηνών (είχε ήδη παρέλθει περί το ήμισυ της εξάμηνης προθεσμίας), το μείζον ζήτημα της αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών. Έπρεπε, δηλαδή, εντός τριών περίπου μηνών να επιδιωχθεί η αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών, για τις οποίες η νομοθεσία προέβλεπε δύο έτη. Εν ολίγοις, η τότε «φρέσκια» κυβέρνηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και των ΑΝ.ΕΛ. φορτώθηκε τις «αμαρτίες» των προηγούμενων κυβερνήσεων και όφειλε να πράξει εντός ολίγων μηνών όσα δεν είχαν πράξει οι προηγούμενες κυβερνήσεις επί επτά και πλέον έτη. Ωστόσο, αυτό δεν δύναται να αποτελέσει δικαιολογία έναντι των πολιτών, οι οποίοι υπέφεραν και υποφέρουν από δυσβάσταχτες επιβαρύνσεις, που οφείλονται στην εφαρμογή μίας ξεκάθαρα δημευτικής πολιτικής προηγουμένων κυβερνήσεων. Το κράτος είναι ενιαίο και αδιαίρετο, ως προς τις υποχρεώσεις του, ασχέτως των κυβερνήσεων, που εναλλάσσονται. Υπήρχε δε μία δικαστική απόφαση του ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου της χώρας, που έπρεπε να γίνει σεβαστή, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος, ότι το δικαστήριο είχε ήδη εξαντλήσει όλη την επιείκειά του προς την κυβέρνηση. Ούτως η άλλως, η αρχική κυβέρνηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και των ΑΝ.ΕΛ. είχε, τουλάχιστον σε επίπεδο εξαγγελιών, την πρόθεση να ανατρέψει την άδικη και δημευτική πολιτική των «μνημονίων», αδιαφορώντας για τις έξαλλες απαιτήσεις των δανειστών της χώρας. Σε κάθε περίπτωση, είμασταν εκ του νόμου υποχρεωμένοι να αναπροσαρμόσουμε τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων, τηρώντας και την απόφαση του ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου της χώρας. Οι υπηρεσίες είχαν την πλήρη πολιτική κάλυψη – στήριξη της τότε Αναπληρωτού Υπουργού, κας Νάντιας Βαλαβάνη, αλλά και του τότε Υπουργού Οικονομικών, κου Γιάνη Βαρουφάκη, να πράξουν ό,τι είναι απαραίτητο για την εμπρόθεσμη αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων, ασχέτως πιέσεων των δανειστών.

Η αρμόδια Υπηρεσία της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας (Τμήμα Αντικειμενικών Αξιών της Δ/σης Τεχνικών Υπηρεσιών), σε συνεργασία με υπαλλήλους της Δ/νσης Κεφαλαίου της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, αλλά και με αρμόδιους υπαλλήλους της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, αφού έλαβε υπόψη και επεξεργάσθηκε όλα τα υπάρχοντα στοιχεία, κατέληξε εμπροθέσμως σε σχέδιο αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών. Η όλη διαδικασία ήταν επίπονη και μεσολάβησαν πολλές και πολύωρες συσκέψεις, σε ορισμένες εκ των οποίων συμμετείχε ενεργά και η ιδία η τότε Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών, κα Νάντια Βαλαβάνη.Επισημαίνω, ότι ο γενικός δείκτης των αντικειμενικών αξιών προέκυπτε, όπως αναμενόταν, καθοδικός – μειούμενος. Η δε αρμόδια τότε Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών, κα Νάντια Βαλαβάνη, προανήγγειλε και δημοσίως την αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών, με την προώθηση νομοσχεδίου για τη Δημόσια Περιουσία, το οποίο, πέραν της αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών, θα περιείχε πολλές μεταρρυθμίσεις για ζητήματα της Δημόσιας Περιουσίας, τα οποία είχαμε επεξεργασθεί.

Πλην όμως, η ηγεσία της τότε κυβέρνησης στο Μαξίμου πάγωσε κάθε σχετική διαδικασία με το πρόσχημα των διαπραγματεύσεών της με τους δανειστές της χώρας. Το μήνυμα, που εστάλη, ήταν άκρως ανησυχητικό, διότι εμφανιζόταν μία υποτίθεται κυρίαρχη χώρα να διαπραγματεύεται την εφαρμογή της απόφασης του ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου της χώρας, αλλά και του ιδίου του κυβερνητικού προγράμματός της, το οποίο είχε ανακοινώσει η κυβέρνηση με τις προγραμματικές δηλώσεις στη Βουλή. Σε κάθε περίπτωση, για μία ακόμη φορά, δινόταν η αίσθηση, ότι η Ελλάδα δεν ήταν ανεξάρτητη χώρα με κράτος δικαίου, αλλά μία αποικία χρέους, έρμαιο των δανειστών. Μαζί με το ζήτημα της αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών πάγωσαν και όλα τα υπόλοιπα ζητήματα, που αφορούσαν στη Δημόσια Περιουσία.

Στο μεταξύ, με αποκλειστική ευθύνη της ηγεσίας της κυβέρνησης στο Μαξίμου, η προθεσμία, που είχε θέσει το ΣτΕ, για την αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών παρήλθε, χωρίς να προωθηθεί το σχέδιο νόμου, που είχαν καταρτίσει οι αρμόδιες Υπηρεσίες για την αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών. Ωστόσο, υπήρχε ακόμη η δυνατότητα, έστω και εκπροθέσμως, να προωθηθεί η αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών, πριν όμως συνεδριάσει εκ νέου το ΣτΕ. Προς τούτο, διαρκώς επεσήμαινα την ανάγκη να γίνει αυτή η αναπροσαρμογή, έστω και με μία μικρή χρονική καθυστέρηση από τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας, για την οποία την αποκλειστική ευθύνη έφερεη ηγεσία της κυβέρνησης στο Μαξίμου.

Ωστόσο, οι ανησυχίες για τις πραγματικές προθέσεις τη ηγεσίας της κυβέρνησης έγιναν βεβαιότητα, όταν έκανε την πλήρη στροφή υπέρ των επιταγών των δανειστών («μνημονιακή στροφή»). Προηγήθηκαν το «ΟΧΙ» του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου, που αργά το ίδιο βράδυ μετέτρεψε ο Πρωθυπουργός σε «ΝΑΙ», καθώς και η παραίτηση του Υπουργού Οικονομικών, κου Γιάνη Βαρουφάκη. Στη συνέχεια ακολούθησαν η πλήρης μεταστροφή της κυβέρνησης, η παραίτηση της Αναπληρωτού Υπουργού Οικονομικών, κας Νάντιας Βαλαβάνη, και η απαίτηση της κυβέρνησης να υποβάλλω την παραίτησή μου. Στο δε δελτίο τύπου, που εξέδωσα, ανακοινώνοντας την παραίτησή μου, ρητώς ανέφερα το ζήτημα της αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών και την άμεση ανάγκη να προωθηθεί, όπως είχε ήδη σχεδιασθεί, κατόπιν επίπονων προσπαθειών των Υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας και με τη συνδρομή υπαλλήλων της Δ/νσης Κεφαλαίου της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (βλ. την παρ. 5 του Δελτίου Τύπου).

Μετά από όλες αυτές τις εξελίξεις, η προσπάθεια για άμεση αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων και κατάργηση του ΕΝ.ΦΙ.Α. είχε πλέον ενταφιασθεί. Την ταφόπλακα έβαλαν στη συνέχεια η κυβέρνηση και τα περισσότερα κόμματα της Βουλής με την εκ μέρους τους υπερψήφιση του τρίτου μνημονίου. Συγκεκριμένα, στο Ν. 4336/2015 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 94/14-08-2015), ο οποίος περιέχει ενσωματωμένο το τρίτο μνημόνιο, ρητώς αναφέρονται τα ακόλουθα, τόσο για τον ΕΝΦΙΑ, όσο και για τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων (βλ. σελ. 1015 και 1017 του Φ.Ε.Κ., παρ. 2.1 και 2.2ν, αντιστοίχως, της Παραγράφου Γ΄ της Συμφωνίας Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων): «Οι αρχές θα λάβουν μέτρα για την έναρξη της διαδικασίας είσπραξης του ΕΝΦΙΑ για το 2015, ώστε να εκδοθούν εκκαθαριστικά σημειώματα τον Οκτώβριο του 2015, με την τελευταία δόση να καταβάλλεται τον Φεβρουάριο του 2016» και «Έως τον Σεπτέμβριο του 2016, οι αρχές θα εναρμονίσουν όλες τις αντικειμενικές αξίες ακινήτων με τις τιμές της αγοράς, με ισχύ από τον Ιανουάριο του 2017. Μέχρι εκείνη την ημερομηνία, θα διασταυρώσουν το σύνολο των ιδιοκτησιακών συμφερόντων με τα στοιχεία για το σύνολο των ατομικών ιδιοκτησιών στο κτηματολόγιο (βασικό παραδοτέο)».

Όπως, λοιπόν, προκύπτει, η κυβέρνηση παραβίασε ενσυνειδήτως τη δικαστική απόφαση του ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου της χώρας, επιλέγοντας τη μετάθεση της αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων της χώρας για τα τέλη του επόμενου έτους, αλλά με εφαρμογήτον Ιανουάριο του 2017, όταν θα έχει πλέον συμπληρωθεί μία δεκαετία από την τελευταία αναπροσαρμογή του 2007! Παραβίασε, επίσης, και την παλαιότερη απόφαση του ιδίου δικαστηρίου σε σχέση με τον δήθεν έκτακτο και προσωρινό φόρο επί των ακινήτων, τον οποίο διατηρεί και επεκτείνει για τα επόμενα τρία έτη (χρόνος συμβατικής διάρκειας του νέου μνημονίου), είτε ως ΕΝ.ΦΙ.Α., είτε με άλλη ονομασία. Ως εκ τούτου, η κυβέρνηση δεσμεύθηκε έναντι των δανειστών, τόσο για τη διατήρηση του ΕΝ.Φ.Ι.Α. επί τρία, τουλάχιστον, έτη, όσο και για τη διατήρηση των ισχυουσών αντικειμενικών αξιών για δύο ακόμη έτη, όπερ σημαίνει, ότι ο ΕΝΦΙΑ και όλοι οι έμμεσοι και άμεσοι φόροι επί των ακινήτων, θα υπολογισθούν με βάση τις ισχύουσες αντικειμενικές αξίες, με νέα υπέρμετρη και παράνομη – αντισυνταγματική επιβάρυνση των ιδιοκτητών ακινήτων. Η δημευτική πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων διατηρείται και εντείνεται από τη σημερινή κυβέρνηση.

Ε – ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ

Προ ολίγων ημερών και αφού παρήλθε προ πολλού η εξάμηνη προθεσμία, πού είχε θέσει το Συμβούλιο της Επικρατείας στην κυβέρνηση για να αναπροσαρμόσει τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων, συνήλθε εκ νέου η Ολομέλεια του ΣτΕ. Η κυβέρνηση, επιχειρώντας να αποφύγει την μετά βεβαιότητας έκδοση δυσμενούς γι’αυτήν απόφαση, ζήτησε, σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, να αναβληθεί για ένα έτος η έκδοση τα οριστικής αποφάσεως, όταν και θα κληθεί να υλοποιήσει τις μνημονιακές υποχρεώσεις της, ως προς το ζήτημα των αντικειμενικών αξιών, αλλά το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε το σχετικό αίτημα του Δημοσίου. Ως εκ τούτου, αναμένεται η έκδοση της σχετικής αποφάσεως του ΣτΕ, εντός δύο περίπου μηνών, η οποία, λογικά, σύμφωνα με όλα όσα διαλαμβάνονται στην αριθμ. 4003/2014 προδικαστική απόφαση, θα κάνει αποδεκτή την αίτηση ακυρώσεως των προσφευγόντων πολιτών.

Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνω, ότι όλα όσα προβλέπονται στο τρίτο μνημόνιο, συμπεριλαμβανομένων όσων προβλέπονται για τον ΕΝ.ΦΙ.Α. και τις αντικειμενικές αξίες, είναιάκυρα και αντισυνταγματικά για τον πρόσθετο και βασικότατο λόγο, ότι παραβιάζουν το δεσμευτικό δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015. Ειδικότερα, όπως είχα αναλύσει και σε προηγούμενο άρθρο μου με τίτλο  «Η σημασία του ‘ΟΧΙ’ στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015», το τρίτο μνημόνιο είναι άκυρο και αντισυνταγματικό για τους ακόλουθους λόγους:

«Οι συνταγματικές και νομοθετικές προβλέψεις για το δημοψήφισμα

Το δημοψήφισμα προκηρύχθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 εδάφιο α΄ του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα, ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών, που λαμβάνεται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου».

Ο νόμος, ο οποίος εξειδικεύει τη διαδικασία διενέργειας ενός δημοψηφίσματος, είναι ο4023/2011.Στο δε άρθρο 16 παρ. 3 του Ν. 4023/2011 ρητώς προβλέπονται τα ακόλουθα: «Το αποτέλεσμα δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα είναι δεσμευτικό, όταν στην ψηφοφορία λάβει μέρος τουλάχιστον το σαράντα τοις εκατό (40%) όσων έχουν εγγραφεί στους εκλογικούς καταλόγους».

Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015

Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 διενεργήθηκε, όπως ρητώς προβλέπει και το σχετικό προεδρικό διάταγμα (αριθμ. 38 – ΦΕΚ Α 63/28-6-2015), για εθνικούς λόγους. Στο ίδιο Προεδρικό Διάταγμα αναφέρεται και το ερώτημα του δημοψηφίσματος: «Προκηρύσσουμε δημοψήφισμα για την 5η Ιουλίου 2015, ημέρα Κυριακή, προκειμένου ο Ελληνικός Λαός να αποφανθεί δια της άμεσης και ελεύθερης έκφρασης της βούλησής του επί του ακόλουθου ερωτήματος: «Πρέπει να γίνει αποδεκτό το σχέδιο συμφωνίας, το οποίο κατέθεσαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο Eurogroup της 25.06.2015 και αποτελείται από δύο μέρη, τα οποία συγκροτούν την ενιαία πρότασή τους;».

Το 61,31% των ψηφισάντων, ήτοι η συντριπτική πλειοψηφία, επέλεξε το «ΟΧΙ» έναντι του38,69%των ψηφισάντων, που επέλεξε το «ΝΑΙ» στην προτεινόμενη συμφωνία. Η συμμετοχή στο δημοψήφισμα ξεπέρασε το 40% του εκλογικού σώματος, ήτοι έφθασε στο 62,50%. Ως εκ τούτου, εξασφαλίστηκε η απόλυτη δεσμευτικότητα του αποτελέσματός του. Αυτή η δεσμευτικότητα συνεπαγόταν την υποχρέωση της κυβερνήσεως, αλλά και όλων των υπολοίπων κομμάτων, να το σεβαστούν. Ειδικότερα, η κυβέρνηση όφειλε να φέρει στη Βουλή συμφωνία, η οποία θα ήταν επιεικέστερη αυτής, που έθεσε στην κρίση του ελληνικού λαού. Οποιαδήποτε αντίστοιχη συμφωνία ή οποιαδήποτε συμφωνία με δυσμενέστερο περιεχόμενο θα έπρεπε να αποκλεισθεί. Το ορθό δε θα ήταν η οποία νέα συμφωνία να τεθεί εκ νέου στην κρίση του ελληνικού λαού, πριν εισαχθεί προς ψήφιση στη Βουλή.

Τα γεγονότα μετά την 5η Ιουλίου 2015 και οι συνέπειές τους

Σε αντίθεση με τις επιταγές του Συντάγματος και με τη λαϊκή βούληση, η απερχόμενη κυβέρνηση και πολλά εκ των κομμάτων της «αντιπολίτευσης» ψήφισαν στη Βουλή μία συμφωνία, η οποία, σύμφωνα και με την ομολογία των ιδίων, είναι χειρότερη αυτής, που απέρριψε  η πλειοψηφία του ελληνικού λαού στο δημοψήφισμα. Μία απλή σύγκριση των κειμένων αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Ως εκ τούτου, διαπιστώνεται μία ευθεία παραβίαση του Συντάγματος και τής λαϊκής βούλησης, που συνεπάγεται και έμμεση κατάλυση του πολιτεύματος, αλλά και αυτής καθ’αυτής της εθνικής κυριαρχίας και ακεραιότητας (άρθρο 1 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος: «2. Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία. 3. Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα»). Μία απλή ανάγνωση της συμφωνίας – μνημόνιο αρκεί για να διαπιστώσει κανείς το γεγονός, ότι ευθέως παραχωρούνται, χωρίς την παραμικρή συνταγματική και λαϊκή νομιμοποίηση, όλες σχεδόν οι βασικές λειτουργίες του κράτους στους δανειστές του.

Αυτή, ωστόσο, η ευθεία – κατάφωρη παραβίαση του Συντάγματος, συνεπάγεται την ακυρότητα όλων όσων ψηφίσθηκαν και θα ψηφισθούν στη Βουλή μετά το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015, κατ’εφαρμογή της νέας συμφωνίας της χώρας με τους δανειστές (3ομνημόνιο). Τα δε Δικαστήρια οφείλουν να μην εφαρμόζουν τους συγκεκριμένους νόμους, ως απολύτως αντισυνταγματικούς. Τέλος, όσοι ψήφισαν αυτή τη συμφωνία, αλλά και όσοι ψηφίσουν τους εφαρμοστικούς νόμους, πρέπει να λογοδοτήσουν (άρθρο 120 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος)».

Όσοι δε ισχυρίζονται, ότι το αποτέλεσμα των πρόσφατων εκλογών της 20ης Σεπτεμβρίου 2015 νομιμοποίησε ή νομιμοποιεί την παραβίαση του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου 2015, έχουν, στην καλύτερη των περιπτώσεων, πλήρη άγνοια των νομικώς ισχυόντων. Αυτό όμως θα αποτελέσει αντικείμενο επόμενου άρθρου.

ΣΤ – Η ΩΡΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Κατόπιν όλων των παραπάνω γεγονότων και εξελίξεων, εκτιμώ, ότι έφθασε η ώρα των πολιτών να ασκήσουν μαζικά τα δικαιώματά τους, διεκδικώντας την τήρηση της συνταγματικής νομιμότητας, την εφαρμογή των αποφάσεων των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας, την ανάκτηση της κυριαρχίας της χώρας μας και εν τέλει την επιβίωσή τους. Εντός, λοιπόν, των επομένων ημερών θα κληθούν οι πολίτες να καταβάλλουν τον ΕΝ.Φ.Ι.Α., ο οποίος διατηρείται και θα έχει υπολογισθεί με βάση τις ισχύουσες από το 2007 αντικειμενικές αξίες των ακινήτων, κατά παράβαση κάθε έννοιας νομιμότητας. Ας αναλογισθεί ο κάθε ένας από εσάς, εάν θα συνεχίσει να αποδέχεται την επιβολή παράνομων φόρων, τουλάχιστον ως προς τον υπολογισμό τους, εάν είναι ή θα είναι στη συνέχεια σε θέση να καταβάλλει αυτόν τον άδικο και παράνομο φόρο και εάν υπάρχει η παραμικρή προοπτική με αυτήν την αμιγώς δημευτική πολιτική. Η μόνη λύση είναι η μαζική προσφυγή στη Δικαιοσύνη για το συγκεκριμένο ζήτημα, καθώς και για κάθε άλλο παρεμφερές ζήτημα.

Υπενθυμίζοντας όσα αναφέρονται στο άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο «Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα«, ελπίζω, ότι η Δικαιοσύνη, οι Έλληνες δικαστές και εισαγγελείς της χώρας, να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων, προασπίζοντας το κράτος δικαίου. Στο ίδιο καράβι ταξιδεύουμε όλοι. Εάν βουλιάξει θα πνιγούμε όλοι. Όλοι δε οι δημόσιοι λειτουργοί και οι συλλειτουργοί της Δικαιοσύνης, όπως είναι οι δικαστές, οι εισαγγελείς και οι δικηγόροι, έχουμε δώσει έναν όρκο. Ας τον τηρήσουμε.