Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΣΟΡΟΣ: ΜΕ ΤΟ ΕΥΡΩ Η ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΕΣΕΙ ΝΑ ΣΥΝΕΛΘΕΙ




«Κερδοσκόπο με την καλή έννοια του όρου» χαρακτηρίζει τον εαυτό του ο αμερικανός επενδυτής Τζορτζ Σόρος, μιας και προέβλεψε και αποκάλυψε, όπως υποστηρίζει, τα τρωτά σημεία του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, αναφέρει η Deutsche Welle στην ιστοσελίδα της. 

Ο άνθρωπος που κάποτε με κερδοσκοπικές επιθέσεις στη βρετανική λίρα έγινε πλουσιότερος κατά 1 δισεκατομμύριο σε μια μόλις μέρα μίλησε στο γερμανικό οικονομικό περιοδικό Wirtschaftwoche για την δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται η Ελλάδα, αλλά και η Γερμανία, η οποία είναι, κατά την άποψή του η μόνη χώρα που μπορεί να αποτρέψει τη διάσπαση της Ευρώπης.

«Όταν η ελληνική κρίση ξέσπασε για τα καλά το 2009 η ΕΕ υπό την αρχηγία της Γερμανίας βοήθησε μεν, αλλά η Ελλάδα έπρεπε να καταβάλλει υψηλό τίμημα», τονίζει ο Τζορτζ Σόρος προσθέτοντας: «Της ζητήθηκε να καταβάλλει υπερβολικά υψηλά επιτόκια καθιστώντας αδύνατη την εξυπηρέτηση του ελληνικού χρέους. Δυστυχώς οι Γερμανοί επανέλαβαν το λάθος και κατά τις τελευταίες διαπραγματεύσεις. Επέβαλαν και πάλι όρους που θα ενισχύσουν ακόμα περισσότερο την χρεοκοπία. Η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να αποπληρώσει ποτέ τα χρέη της».

Ολιγάρχες είχαν μοιράσει την Ελλάδα μεταξύ τους

Στο ερώτημα αν η Ελλάδα θα είχε ενδιαφέρον ως τόπος επένδυσης για ιδιώτες ο Τζορτζ Σόρος είναι κατηγορηματικός: «Όχι, όσο η Ελλάδα είναι μέλος της Ευρωζώνης. Με το ευρώ η χώρα δεν θα μπορέσει ποτέ να συνέλθει, γιατί η συναλλαγματική ισοτιμία είναι υπερβολικά υψηλή και η χώρα δεν είναι ανταγωνιστική».

Ο Τζορτζ Σόρος διακρίνει ομοιότητες μεταξύ Ουκρανίας και Ελλάδας: «Ο ουκρανικός πληθυσμός κατέβαλλε τεράστιες προσπάθειες τα τελευταία δύο χρόνια. Όμως οι Ευρωπαίοι δίνουν στο Κίεβο πολύ λίγα χρήματα κάνοντας το ίδιο λάθος, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας. Η “παλιά“ Ουκρανία έμοιαζε με την “παλιά“ Ελλάδα. Ολιγάρχες είχαν μοιράσει μεταξύ τους τη χώρα και οι δημόσιοι υπάλληλοι επιδίωκαν τον προσωπικό πλουτισμό. Όμως οι άνθρωποι στην “νέα“ Ουκρανία επιθυμούν ριζικές μεταρρυθμίσεις και σε αυτό χρειάζονται την βοήθεια της Ευρώπης. Κάτι τέτοιο θα είχε άμεσο θετικό αντίκτυπο στην ίδια την Ευρώπη, διότι μια ευημερούσα Ουκρανία θα ήταν εφόδιο για την Ευρώπη, στον αγώνα κατά της ρωσικής επιθετικότητας και υπέρ της αλληλεγγύης, αλλά και μιας νέας αρχής στην Ουκρανία».

Μόνο οι Γερμανοί μπορούν να αποτρέψουν τη διάσπαση της Ευρώπης

Σχολιάζοντας την ανακήρυξη της Άγκελα Μέρκελ από το αμερικανικό περιοδικό TIME «πρόσωπο της χρονιάς», αλλά και τον χαρακτηρισμό της ως «καγκελάριου του δυτικού κόσμου» ο Τζορτζ Σόρος τονίζει:

«Δεν έχω αλλάξει γνώμη για την λανθασμένη πολιτική λιτότητας που ακολουθεί στην Ευρώπη η Άγκελα Μέρκελ. Κατά την άποψή μου όμως είναι εδώ και πολύ καιρό η αδιαφιλονίκητη ηγέτης της Ευρώπης και κατά συνέπεια έμμεσα του δυτικού κόσμου, ιδίως από τότε που αντιτάχθηκε στον ρώσο πρόεδρο Πούτιν με αφορμή την ουκρανική κρίση. Πριν από αυτό την θεωρούσα απλώς μια ταλαντούχα πολιτικό, που λαμβάνει υπόψη τις σφυγμομετρήσεις. Έδειξε ωστόσο να αδιαφορεί για την κοινή γνώμη αναφορικά με τη Ρωσία. Και στην προσφυγική κρίση διέκρινε ωστόσο το ενδεχόμενο διάσπασης της Ευρώπης, με τους κινδύνους που εγκυμονεί για τα ανοιχτά σύνορα της ζώνης του Σέγκεν αλλά και για την εσωτερική αγορά».

Ο αμερικανός επενδυτής εμφανίζεται πεπεισμένος για το ρόλο που οφείλει να διαδραματίσει η Γερμανία ως ισχυρότερη οικονομικά δύναμη στην Ευρώπη: «Αν κάποιοι είναι σε θέση να αποτρέψουν μια διάσπαση της Ευρώπης, τότε αυτοί είναι οι Γερμανοί. Κατά τη διάρκεια της καγκελαρίας Μέρκελ έγιναν οι ηγεμόνες στην Ευρώπη, χωρίς ωστόσο να έχουν πληρώσει μέχρι σήμερα κάποιο τίμημα, κι ας διαμαρτύρονται ορισμένοι Γερμανοί για τις πιστώσεις που δόθηκαν στην Ελλάδα. ΟΙ Γερμανοί είναι ξεκάθαρα οι μεγάλοι κερδισμένοι της νομισματικής ένωσης. Όμως οι ηγεμόνες δεν πρέπει να ενδιαφέρονται μόνο για το δικό τους συμφέρον. Οφείλουν να εκπροσωπούν και τα συμφέρονται εκείνων που τους εμπιστεύονται. Θα πρέπει συνεπώς να δούμε αν η Γερμανία θα επωμιστεί τελικά την ευθύνη αυτή, όπως έπραξαν οι ΗΠΑ μετά το 1945».

Πηγή: Στέφανος Γεωργακόπουλος (Wirtschaftswoche), Deutsche Welle