Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ



Στις 4 Φεβρουαρίου του 1843 έφευγε από τη ζωή, ο πολέμαρχος της Επαναστάσεως του 1821 Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ο Γέρος του Μωριά, ο αρχιστράτηγος των επαναστατημένων Ελλήνων, άφηνε την τελευταία του πνοή τις πρώτες πρωινές ώρες της 4ης Φεβρουαρίου από αποπληξία, σε ηλικία εβδομήντα τριών ετών. Το προηγούμενο βράδυ είχε γλεντήσει με την ψυχή του στο χορό των ανακτόρων.

Ο μπαρουτοκαπνισμένος πολεμιστής, ο αρχιστράτηγος του αγώνα, είχε πολύ καταπονηθεί από τις περιπέτειες της ζωής του και δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στην τελευταία μάχη με το χάροντα.

Ο θάνατος του δεν συγκλόνισε μόνο τη μικρή τοπική κοινωνία των Αθηνών, αλλά και ολόκληρη την Ελλάδα. Η μορφή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη είχε ταυτιστεί στη πανελλήνια συνείδηση, ως η μορφή του αγώνα για την απελευθέρωση. Ολόκληρος ο Ελληνικός λαός τον θρήνησε και η λαϊκή μούσα ακόμη περισσότερο. «Σε κλαίνε χώρες και χωριά,   σε κλαίνε βιλαέτια,   σε καίει κη Ντρομπολιτζά, μαζί με την Αθήνα». Και ο Σούτσος στον επικήδειο λόγο του τόνιζε: « Ανήρ μέγας ετελεύτησε. Και ο προσκληθείς να πλέξη το εγκώμιο αυτού, ανάγκη να περιλάβη ολόκληρον τον μέγαν ελληνικόν αγώνα». Τα λόγια του Κολοκοτρώνη ήταν η πίστη των αγωνιστών για μια ολόκληρη ζωή. «Ο θεός έδωσε την υπογραφή του για την ελευθερία της πατρίδας. Δεν την παίρνει πίσω». Και με αυτή την πίστη πορεύτηκε στον αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδος. « Εγεννήθηκα- έλεγε- εις τα 1770, Απριλίου 3, την δευτέραν ημέραν της Λαμπρής, εις ένα βουνό, εις ένα δένδρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενον Ραμαβούνι». Και η μοίρα του επεφύλασσε να συνδέσει τη ζωή του με την ανάσταση του γένους.

Ατελείωτοι οι αγώνες του για την απελευθέρωση. Σαν κλέφτης έχει οργώσει τα βουνά του Μωριά, πέρασε στα Επτάνησα και κατατάχθηκε ως αξιωματικός στην εκεί Αγγλική Στρατιωτική Διοίκηση. Στη Ζάκυνθο μπήκε στα μυστικά της Φιλική Εταιρείας και ειδοποιηθείς για το ξεσηκωμό περνά στη Μάνη. Στις 23 Μαρτίου του 1821 μαζί με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη μπαίνουν στην Καλαμάτα και εκεί ξεκινά η δράση ως αρχηγού της Επανάστασης. Εκστρατεύει στην Αρκαδία και από εκεί στέλνει παντού ανθρώπους του να αναγγείλουν τον ξεσηκωμό. Ακολουθούν Καρύταινα και νίκη στο Φανάρι. Νικά τον Κεχαγιά Μπέη στο Βαλτέτσι και δίνει ανάσα στον αγώνα. Η Τριπολιτσιά μετά από πολιορκία πέφτει σαν στα χέρια του σαν ώριμο φρούτο. Ακολουθεί η πανωλεθρία του Δράμαλη στα Δερβενάκια.

Θα έρθουν όμως οι περιπέτειες του εμφυλίου και κατά τη διάρκεια του θα χάσει τον αγαπημένο του γυιό Πάνο. Ο ίδιος ρίχνεται στη φυλακή της Ύδρας από τους αντιπάλους του. Όμως με την εισβολή του Ιμπραήμ στο Μωριά απελευθερώνεται διότι είναι ο μόνος που μπορεί να αντιμετωπίσει το νέο κίνδυνο.
Κάποτε ο αγώνας τελειώνει… . Οι προσωπικές περιπέτειες του Κολοκοτρώνη θα συνεχιστούν. Με αγαλλίαση δέχεται την εκλογή του Όθωνα σαν βασιλιά της απελευθερωμένης Ελλάδος. Θα έλθει όμως σε σύγκρουση με την αντιβασιλεία με αποτέλεσμα καινούργια φυλάκιση και καταδίκη σε θάνατο, ευτυχώς η ποινή δεν θα εκτελεσθεί και με την ενηλικίωση του ο Όθων, θα του αναγνωρίσει την ευγνωμοσύνη που του όφειλε η Ελλάδα. Δεν θα είχε εχθρούς από εκεί και πέρα αλλά μονάχα φίλους.

Δεν είχε κρατήσει καμία κακία για κανένα στην καρδιά του, είχε γίνει απλός και ήπιος σαν παιδί. Ο Βασιλιάς τον τίμησε ιδιαίτερα. Επικύρωσε τη στρατηγία του και τον έκανε σύμβουλο επικρατείας. Με ιδιαίτερη χαρά δέχτηκε να γίνει μέλος της επιτροπής για να χτιστεί το Πανεπιστήμιο μαζί με τους Γ. Κουντουριώτη, Α. Ζαΐμη και τον Γ. Γεννάδιο. Πολλές φορές διαβάτες έβλεπαν ένα ασπρομάλλη που ακουμπώντας στο μπαστούνι του να συνομιλεί με τους εργάτες και να τους δίνει συμβουλές. Μνημειώδης παραμένει η ομιλία του στην Πνύκα στις αρχές Νοεμβρίου του 1838 προς τους μαθητές που βρίσκονταν εκεί. Τους έδωσε την πνευματική του διαθήκη.

Σιγά σιγά άρχισε να αισθάνεται ξένος με τον κόσμο που τον τριγύριζε. Αναπολούσε συνεχώς τους συντρόφους του και τους αγώνες για τη λευτεριά. Καταλάβαινε πως πλησίαζε το τέλος μιας ζωής γεμάτη από περιπέτειες, αγώνες, κακουχίες και κάτι του έλεγε πως το τέλος του δεν ήταν μακριά. Την τελευταία τεσσαρακοστή πριν πεθάνει, θα καβαλήσει το άλογο του και θα επισκεφτεί τον αγαπημένο του Μωριά για να τον αποχαιρετήσει. Ήθελε να συγχωρέσει και να συγχωρεθεί από τους ανθρώπους που τον έβλαψαν και άλλου έβλαψε ο ίδιος. Παντού από όπου περνούσε δεχόταν θαυμασμό και αγάπη, τον χαιρετούσαν τα βουνά όπου κρυβόταν και τον καλωσόριζαν οι κάμποι. Όταν επέστρεψε στην Αθήνα, η μόνη εκκρεμότητα που του απόμενε ήταν να παντρέψει το γυιό του Κολίνο. Τον είχε σπουδάσει και τον προόριζε για την πολιτική και τον πάντρεψε με την πλούσια εγγονή του άλλοτε ηγεμόνα της Βλαχίας πρίγκιπα Καρατζά. Στο γάμο που ήταν ένα από τα «κοσμικότερα» γεγονότα της εποχής, παραβρέθηκε ολόκληρη η Αθηναϊκή κοινωνία, ενώ ο Όθων πρόσταξε τη στρατιωτική μουσική να πάει στο σπίτι του Κολοκοτρώνη και να παίζει όλη την ημέρα.

Στις 3 Φεβρουαρίου δύο ημέρες μετά τον γάμο του γυιού του, στο παλάτι δόθηκε ένας μεγάλος χορός, όπου από τους πρώτους καλεσμένους ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Θυμήθηκε τα νιάτα του. Χόρεψε συρτό, τσάμικο και ήπιε παραπάνω. Γύρω στα μεσάνυχτα άρχισε να ζαλίζεται και γύρισε στο σπίτι του, που ήταν κοντά στο παλάτι. Όταν έπεσε στο κρεββάτι τον κτύπησε κόλπος, δεν μπορούσε να κινηθεί ούτε να μιλήσει μόνο ανάσαινε. Αμέσως ειδοποιήθηκαν οι καλύτεροι γιατροί, ο Γλαράκης, ο Ρέζερ, ο Οικονόμου. Έκαναν ότι μπορούσαν, του έβαλαν βδέλες, πάγο στο κεφάλι, αλλά δεν έγινε τίποτα. Κάποια στιγμή ανοίγει τα μάτια, κοιτά το πλήθος των φίλων και συγγενών που τον περιτριγύριζε και τα κλείνει για πάντα.

Το υπουργικό συμβούλιο έκανε το πρόγραμμα της κηδείας και κήρυξε τριήμερο πένθος. Του φόρεσαν τη στολή του στρατηγού, του έζωσαν το σπαθί που είχε όταν πρωτοξεκίνησε ο αγώνας, του φόρεσαν τσαρούχια και τον τοποθέτησαν στο φέρετρο. Κάτω στα πόδια του έβαλαν μια τούρκικη σημαία με το μισοφέγγαρο για να «πατάει για πάντα την Τουρκιά». Δεξιά και αριστερά του την περικεφαλαία, τον θώρακα του και τον σκέπασαν με τη Γαλανόλευκη. Ακολούθησε την επομένη η μεγάλη πομπή για την Αγία Ειρήνη όπου εψάλη η νεκρώσιμη ακολουθία. Την πομπή ακολούθησαν όλοι οι μεγάλοι της εποχής και χιλιάδες απλών ανθρώπων. Ο Κολίνας κατά τη διάρκεια της νεκρώσιμης τελετής λιποθύμησε αλλά συνήλθε πολύ γρήγορα ενώ ο Γενναίος σοβαρός και πολύ συγκινημένος, συγκρατούσε τον εαυτό του. Μετά την ακολουθία και τους επικήδειους που εκφωνήθηκαν ξεκίνησε η πομπή για το νεκροταφείο. Η Ελλάδα τίμησε το μεγάλο αυτό τέκνο της και σύντομα στήθηκαν αγάλματα σε πολλές πόλεις.