Κυριακή, 3 Απριλίου 2016

ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΩ ΤΟ ΡΟΥΦΙΑΝΟ ΚΑΙ "ΕΘΝΙΚΟ" ΤΟΚΟΓΛΥΦΟ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ





Γιατί φωνάζω για τον ψεύτη Ξάνθο και τον τοκογλύφο Μακυγιάννη


Το κύριο πρόβλημα των δολοφόνων του Καποδίστρια, των Τραπεζιτών του Λονδίνου, (Ρότσιλντ), και της «Μητέρας Στοάς» του Λονδίνου, που ήθελαν να υποτάξουν το Ελληνικό Έθνος, και να δημιουργήσουν ένα πολυεθνικό πολύθρησκευτικό Κράτος, με τους «αυτόχθονες» μουσουλμάνου και Εβράιους, ήταν η εξαφάνιση των Ελλήνων Εθνικιστών, των Φιλογενών. 

Και για να γίνει αυτό χρειαζόντουσαν να διαψεύσουν την πραγματικότητα και να κατασκευάσουν μια νόθα και πλαστή Ιστορία επί της οποίας θα στηριζόταν το οικοδόμημα της ξενοκρατίας που επέβαλαν στο Ελληνικό Έθνος. 

Η νόθα «Ιστορία», με την δήθεν φιλική Εταιρεία, κατασκευάστηκε για να σκεπαστούν τα ίχνη της προδοσίας, για να συγκαλυφθούν οι πράξεις και οι ευθύνες των «πρακτόρων» και των «ιδιοτελών», για το πέρασμα σχεδόν αυτόματα, από την Τουρκοκρατία, που κράτησε 368 χρόνια, στην Αγγλοκρατία, (1824-1947), και αμέσως μετά, στην Αμερικανοκρατία, και τώρα, στην υποταγή στην Παγκόσμια Διακυβέρνηση. 

Η ρίζα της συμφοράς για τον ελληνικό λαό βρίσκεται, «στις μοιραίες και αναπόφευκτες συνέπειες των εισηγήσεων ξένης πολιτικής εις την δυστυχή ταύτην χώρα»,όπως έγραφε ο Καποδίστριας το 1826. 

Τα «ξένα κέντρα» από το 1824, με όχημα τα «δάνεια της Αγγλίας» και με την συνεργασία των ιδιοτελών και των ρουφιάνων μας διοικούν έκτοτε, με τους αχυρανθρώπους τους, διαφθείροντας τα ήθη, με την Φαυλοκρατία και την Κλεπτοκρατία, όπως ακριβώς το περιέγραψε ο «Ανώνυμος ο Έλλην», στην «Ελληνική Νομαρχία».

Οι ρουφιάνοι και ψεύτες Ξάνθος και Μακρυγιάννης είναι τα μπουντέλια της ξενοκρατίας και εάν δεν τους εξαφανίσουμε δεν υπάρχει Σωτηρία. 

Η Μπούργκα στην παρέλαση, το Τζαμί στον Ελαιώνα, το Μνημόνιο, ο εποικισμός των λάθρο, και ο Φίλης πατάνε πάνω στους ψεύτες Ξάνθο και Μακρυγιάννη. 

Ο πρώτος Ιούδας, ο πρώτος Εφιάλτης που μπήκε στην Υπηρεσία των δολοφόνων Ρόπτσιλντ ήταν Ιωάννης Βασιλείου (Φιλήμων). Τρία χρόνια μετά τη δολοφονία του Εθνάρχη, ο πρακτοράκος εμφάνισε το «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας», αντιγράφοντας τον τίτλο του εθνικιστικού μανιφέστου των Φιλογενών «Δοκίμιον περί Πατριωτισμού», και λάνσαρε την Ανύπαρκτη «Φιλική Εταιρία».Τότε λάνσαρε και την εκδοχή ότι ο Καποδίστριας απέριψε την προσφορά της ηγεσίας αλλά δεν είχε ψευδομάρτυρα για να υποστηρίξει την πλαστή και ψευδή εκδοχή του. Περιορίστηκε επομένως, στο να ξεκινήσει την προπαρασκευή της Επανάστασης από τους Άγγλους, και να εντάξει έτσι τη λεηλασία του Παρθενώνα από την Εβραϊκή Εταιρία της Ανατολής στο «Επαναστατικό προτσές». Ο πλαστογράφος Ιωάννης έγραψε: 

 «Ή Φιλόμουσος Εταιρία των Αθηνών , εύρεν φιλότιμον υποδοχή εις το πνεύμα των Έλλήνων. Την Έταιρίαν ταύτην ακολουθεί εκείνη των Φιλικών. Ποίοι ήσαν οι Δημιουργοί της; Πολλοί υψιπέται Πολιτικοί ηθέλησαν νά πετάξωσι διά της φαντασίας των άπό τόν Άνταρκτικόν εις τόν Άρκτικόν πόλον, ύποπτεύοντες, διά να μην είπωμεν πιστεύοντες, ως τοιούτους, τον Υπουργόν Καποδίστριαν καί τινας άλλους. Άνέτρεξάν τίνες εις προγενεστέραν εποχήν, πλάττοντες συμφωνίας μεταξύ του Καποδίστρια, του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου (του Φυραρή ).Αν έκλάβωμεν εναντίον πάσης πίστεως, ως πιθανόν, ότι έμελέτησαν ούτοι τήν πέραν του Δουνάβεως μετάβασιν τών εύρισκομένων εις τήν Ρωσσίαν Έλληνο-Βουλγάρων τούτο δέν δύναται να έχη τι κοινόν μήτε ώς πρός τάς αρχάς, μήτε ως πρός_τήν φύσιν τής Φιλικής 'Εταιρίας . Αί υπολήψεις έχουσι δύναμιν σημαντικήν εις τά πνεύματα τών ανθρώπων, άποκαθιστώσαι πιστευτά και τα πλέον ανύπαρκτα». 

Αυτή είναι η Ουσία. Ανύπαρκτος ο ρόλος του Καποδίστρια. Αυτή είναι η διάψευση της πραγματικότητας. 

Λίγα χρόνια, μετά βρέθηκε από τον Ρώμα, και ο ψευδομάρτυρας. Το λαμόγιο ο Ξάνθος, που έκανε τη Μεγάλη Ζωή στη Ρωσία τρώγοντας τα λεφτά του Σέκερη. Όλη η προσφορά του Ξάνθου στην Αγγλοκρατία είναι ότι ισχυρίζεται πως, εφοδιασμένος με συστατική επιστολή του Άνθιμου Γαζή, έφτασε στην Πετρούπολη, στις 15 Ιανουαρίου του 1820 και την επομένη, 16 του μήνα, υπέβαλε αίτηση να δει τον Καποδίστρια. Πότε τον υποτίθεται ότι τον δέχτηκε ο Καποδίστριας. Πότε  δεν θυμόταν, αλλά θυμόταν ότι του είπε, «ενθυμείσθε, κύριε κόμη, όταν ευρισκόμενοι εις Βιέννην και ομιλούντες περί της οικτράς καταστάσεως του έθνους μας, ελέγατε: Δεν ευρίσκεται και εις ημάς ένας Θρασύβυλος ; Ιδού, πόσοι Θρασύβουλοι σας παρουσιάζονται σήμερον…». Σύμφωνα με ψευδή αφήγηση του Ξάνθου, του παρουσίασε ολο το σύστημα της Εταιρείας, τους αρχηγούς της, τον πολλαπλασιασμό των μελών της, την έκτασή της και ό,τι άλλο θεώρησε σκόπιμο και του αποκάλυψε ότι είχαν πάρει την απόφαση να του ζητήσουν να μπει επικεφαλής της: «Να διευθύνει ως Αρχηγός την κίνησιν του έθνους απ’ ευθείας ή δια σχεδίου τινός καταλλήλου…» και να ζητήσει από τον τσάρο μυστική βοήθεια σε χρήμα και εξοπλισμό. Η επανάσταση που σχεδιαζόταν, θα γινόταν αποκλειστικά από τους Έλληνες. 

Δεν υπάρχει καμιά απόδειξη του ισχυρισμού του. Ούτε επιβεβαίωση από τον Άνθιμο Γαζή, (που είχε πεθάνει από το 1828), για την επίσκεψη Ξάνθου και για την ύπαρξη συστατικής Επιστολής. Πρόκειται για την μαρτυρία ενός, (εις μάρτυς ουδείς μάρτυς), που όχι μόνον δεν επιβεβαιώνεται στοιχειωδώς, αλλά και διαψεύδεται διότι ο Καποδίστριας που κατέγραψε όλες τις επισκέψεις Ελλήνων, στο υπόμνημά του προς τον Τσάρο Νικόλαο το 1826,δεν αναφέρθηκε ουδόλως σε επίσκεψη Ξάνθου.


Όλη αυτή η αδέξια πλαστογραφία, είναι η βάση της αγγλική ιστορίας. Όλοι οι ρουφιάνοι επαναλαμβάνουν σήμερα το θεμελιακό ψέμα του 1843 που τυπώθηκε το 1845. Για το ψέμα αυτό άλωστε, του έδωσε τιμητική σύνταξη ο αρχιλογιστής των τότε "θεσμών" και της τρόικας Μαξ Ρότσιλντ. 


Οι «πικρές αλήθειες» για τον ρουφιάνο Μακρυγιάννη


Να ένα «πικρό απόσπασμα» επιστολής του Μακρυγιάννη προς τον Κουντουριώτη, από τα Αρχεία Κουντουριώτου, τ. Ζ΄, σελ. 546

«Εκλαμπρότατε, να με θυμηθής όταν έλθη το δάνειον, ότι τας ελπίδας μου, μετά τον Θεόν, εις την Εκλαμπρότητα σου την έχω και μη με αφήσης περίλυπον. Παρακαλώ να με αγαπάς όπως και πρότερον». 
Μακρυγιάννης 

Ο φιλοχρήματος ρουφιάνος ήταν μέλος της συμμορίας που κατασπάραξε τα «δάνεια της Αγγλίας». Στα απομνημονεύματα του, ξέχασε ότι τον αγαπούσε ο Κουντουριώτης, και παρίστανε τον «ανεξάρτητο». Και γράφει: 

«Οσα ασκέρια ήταν εις τις Χώρες με τον Κουντουργιώτη τρώγαν αρνιά και τα πλέρωσε μιστούς και γεμεκλίκια από έξι μηναία. τους δικούς-μου όσους είχα εις Παλιοβαρίνους και εις Νιόκαστρο δεν τους έδωσε μήτε λεπτό. Θύμωσαν οι άνθρωποι και γύρευαν να με πάρουν να πάμε πίσου εις την Αρκαδιά. Και πέφτουν όλου του κάστρου οι άνθρωποι απάνου μου να με βαστήξουν, ειδέ φεύγουν όλοι. Και τότε βιάστηκα να πλερώσω εξ ιδίων μου τους ανθρώπους. Οι κόλακες αγαπούνε τους κόλακας και οι ψεύτες τους ψεύτες. Πλέρωσα τους ανθρώπους εξ ιδίων μου, δανείστηκα, και τους έστειλα εις τα πόστα τους». 

Δηλαδή ο ρουφιάνος είχε «δύο» επενδύσεις. Αλλο ασκέρι στους «Παλιοβαρίνους» και άλλο στο «Νιόκαστρο» αλλά δεν λεέι για πόσους έπερνε μισθοδοσία και πόοσυς πραγματικά είχε. Και επειδή ήταν φραγκοφονιάς δεν πλήρωνε ενώ οι άλλοξ τους πλήγρωσαν. Και πήγε και δανείστηκε ο ρουφιάνος . Εναντί μελλοντικής και βεβαίας είσπραξης; Αυτός είναι ο ψεύτης ηρως. Σε όλο του το μεγαλείο. Άλλωστε στην Εθνοσυνέλευση το 1843 είχε δηλώσει: 

«Αν είναι να μείνωμε ημείς νηστικοί, ας πάη στο διάβολο η ελευθερία».




Τα πικρά ψέματα του ρουφιάνου της Φατρίας της Νύδρας



Ο πρακτορίσκος έπρεπε να βρίσει και τον Αμβρόσιο Φραντζή του οποίου η «Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος», είναι η πρώτη πραγματική Ιστορία της Επαναστάσεως που κυκλοφόρησε το 1839. Ο ρουφιάνος Μακρυγιάννης διαβάλλοντας στα απομνημονεύματά, τον Φραντζή που τον σκυλοβρίζει (παραλυμένε, άσωτε, λοιμική της γερωσύνης), υπερασπίζεται την Ιστορία του Μινχάουζεν της αγγλοκρατίας Φιλήμονα. 

Το 1833, με υποκίνηση τού Άγγλου πράκτορα (φιλέλληνα) Εδουάρδου Μάνσον, ο Αμβρόσιος Φραντζής συνελήφθη μαζί με τον Κολοκοτρώνη ως ρωσόφιλος και φυλακίστηκε στο Παλαμίδι. Να ένα απόσπασμα από τα πικρά ψέματα του ρουφιάνου που τον τιμούν και ορισμένοι που παριστάνουν τους Εθνικιστές.

« ο κύριος Πρωτοσύγκελλος εις το ιστορικόν του εκτάνθηκαν τα φώτα του και η αρετή του κ' έγραψε αντραγαθήματα από την Βλαχίαν και "κάτου. Τον ρώτησαν: «Διατί δεν έγραψες και των Ρουμελιώτων; Αποκρίθη: «Τους είχαμεν μιστωτούς». Που είχες αυτά τα πλούτη, παραλυμένε, άσωτε, λοιμική της γερωσύνης; Πότε πολέμησες μόνος-σου; Πες μου έναν πόλεμον και να μην ήταν Ρουμελιώτης. Και να βάστησες μιαν θέση σ "ένα μέρος και να μην ήταν Ρουμελιώτης, πονηρέ, κ' εσύ να κέρδεσες νίκη; Κι' αν δεν ήταν Ρουμελιώτης, έσκουζες κ' έπαιρνες τα καταρράχια, τα βουνά. Ποιοι βαστούσαν τις θέσες εις τα στενά; Με το ντουφέκι σου χαλάστη ο Δράμαλης ή από την πείνα και τόσοι άλλοι πασιάδες; Από εφύλιους πολέμους και φατρίες και δέσιμον τα συνφέροντά σας με τους νεκροθάφτες της πατρίδος ήταν άλλη η τέχνη σας; Ποιοι ανάστησαν την φατρίαν και διχόνοιαν; Διατί η κακία σου σε κάνει και διαιρείς το έθνος και δεν ξηγέσαι την αλήθεια; Ποιος έδωσε αιτία του κακού;" Είσαι κ' εσύ ένας ο αίτιος του κακού και φυλακώθης δι' αυτό. Ποιοι Πελοποννήσιοι και Σπαρτιάτες και νησιώτες και Ρουμελιώτες πολέμησαν τους ξέρει γενικώς η πατρίδα κι' ο έξω κόσμος. Και ποιοι την αφάνισαν την πατρίδα είναι η ψυχή τους και η αρετή τους σαν την δική-σου -κι' αυτούς τους ξέρουν. Και της φατρίας σου τ' αντραγαθήματα και τα δικά σου, κύριε Φραντζή, τα ξέρουν. 'Οσο το έθνος είχε εις τις αγκάλες του τον Κυβερνήτη, οι τίμιοι άνθρωποι τον έλεγαν Αγιάννη Χρυσόστομον. Οταν τον περίλαβες εσύ με την φατρία σου, κ' εκείνον τον έχασες και την πατρίδα γενικώς. Ότι τον συβούλευες ό,τι ήθελες εσύ και η φατρία σου. 'Ολο αδικημένοι ήστε κι' όλο εφύλιους πολέμους κάνετε. Κι' απατήσετε τον Κυβερνήτη και τον χάσετε. Κι' αφανίσετε και την πατρίδα. Και τώρα εγκωμιάζεστε όλοι ένας τον άλλον. Κι' από σας τους απατεώνες κι' όμοιούς σας αφάνισε και τώρα η τζελατίνα τα καλύτερα παληκάρια, οπού αδικηθήκανε και πάνε εις τις κακές ….» 

Για να αναλύσει κανείς το μαύρο παραλήρημα του πράκτορα, χρειάζεται ένα κεφάλαιο για κάθε φράση. Του φταίνε οι Καποδιστριακοί, που «διαίρεσαν το Έθνος», και όχι η φατρία της Υδρας , οι πρακτορες των αγγλων, τους οποίους υπηρετούσε ο Μακρυγιάννης, και οι οποίοι έφαγαν τα Δάνεια. 

Αυτός που έσκουζε, και το έβαλε στα πόδια στη μάχη τού Ανάλατου (1827), διεκδικεί τις δάφνες για την συντριβή του Δράμαλη. Τέτοιο θράσος. 

Και αυτός ο άτιμος, βάζει τον εαυτό του με τους τιμίους, και αποκαλεί τον Καποδίστρια, «Αγιάννη Χρυσόστομον».

Ανήθικος ψεύτης, ο Ρουφιάνος.



Ο Ρουφιάνος «εθνικός» τοκογλύφος


Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη. Άρχισε να τα γράφει μετά τη δημοσίευση της διήγησης του Κολοκοτρώνη μιμούμενος το ύφος του. Ας υποθέσουμε ότι τα ακόλουθο κείμενο γράφτηκε το 1847 περίπου. Δηλαδή 16 χρόνια μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια. 

«Από την φυλακή έβγαλε ο Κυβερνήτης μόνον τον αδελφόν του Πετρόμπεγη τον Κωσταντήμπεγη και τον Γιωργάκη Μπεζαντέ, το παιδί του. Βγαίνοντας από την φυλακή, δεν τους έλεγε να πάνε όθεν αλλού ήθελε ο Κυβερνήτης, να μην είναι μέσα εις τ' Ανάπλι. Τους άφησε εκεί. Τους πλάκωσαν οι δανεισταί τους, τους γύρευαν το δικόν τους. Δεν είχαν ούτε ψωμί να φάνε. Εγώ είχα δανείση τρακόσια γρόσια τον Γιωργάκη Μπεζαντέ μέσα εις την χάψη να φάνε ψωμί». 

Όπως λέει και ο τοκογλύφος της Φίνος Φιλμ, εγω μια διευκόλυνση έκανα. Δάνεισε λοιπόν «τρακόσια γρόσια τον Γιωργάκη Μπεζαντέ, μέσα εις την χάψη να φάνε ψωμί», και τα θυμόταν και τα έκλεγε 16 χρόνια μετά. 
Scripta manent. Ομιλούν μόνα τους τα απομνημονεύματα του τοκογλύφου ψευδοπατριώτη. Δεν θέλουν «διασταύρωση» και «απόδειξη». «Θέλει η πουτάνα να κρυφτεί», που λέμε . 

Tι είδους άνθρωπος, θυμάται μετά από 16 χρόνια τα 300 δανεικά γρόσια που τα έχασε;


Αποκαλύπτω το Ρουφιάνο και «εθνικό» τοκογλύφο Μακρυγιάννη



Ο αγράμματος συνωμότης και τοκογλύφος Μακρυγιάννης που ήταν ένας από τους ρουφιάνους των «Συνταγματικών» άγγλων πρακτόρων στο Καποδιστριακό Ναύπλιο, μας άφησε στα απομνημονεύματα του, το κλειδί, για την αναζήτηση των δολοφόνων του Καποδίστρια. 

Ήταν το μήνυμα που του έστειλαν από την Ύδρα, τον Αύγουστο του 1831, όταν απέτυχε το πραξικόπημα εντός του Ναυπλίου και κατάληψη του Παλαμηδιού, και το οποίο έλεγε, «Άσε θα γένει αλλιώς το πράγμα». Ο ρουφιάνος Μακρυγιάννης φυσικά δεν γνώριζε τι θα γραφόταν από άλλες πηγές για τα γεγνότα του Ιουνίου του 1831, και παρουσίαζε ψευδώς στα απομνημονεύματα του τον εαυτό του ως κάτι διαφορετικό από την αγγλική φατρία που υπηρετούσε. 

Το βασικό του κίνητρο ήταν πάντως το 2000 τάλαρα που επένδυσε και τα έχασε και δεν του τα έδωσαν. 

Ο Νικόλαος Σπηλιάδης στα δικά του απομνημονεύματα αποκάλυψε ότι ο Καποδίστριας γνώριζε ότι ο Μαυροκορδατος και ο Μιαούλης κατά την τετραήμερη παραμονή τους στο Ναύπλιο στις αρχές Ιουνίου 1831, έστειλαν τον Μακρυγιάννη και προσκάλεσε τον φρούραρχο του Παλαμηδίου Άναστάσιο Ροδίτη στο σπίτι που διέμεναν και εκεί παρουσία του Μακρυγιάννη και του Κωνσταντίνου Δούκα, του προσέφεραν τρεις χιλιάδες ισπανικά δίστηλα για να παραδώσει το Παλαμήδι στους Υδραίους. 

Ο Ροδίτης, ανέφερε την πρόταση στον συντοπίτη του υπουργό στρατιωτικών, Παναγιώτη Ρόδιο, που ενημέρωσε τον Καποδίστρια. Ο κυβερνήτης είπε στον φρούραρχο να πάρει τα χρήματα να δεχθεί εντός του Παλαμηδίου τούς Υδραίους ,και να τους συλλάβει κατόπιν. 

Οι συνωμότες παράλληλα, προσπάθησαν να προκαλέσουν εξέγερση του τακτικού τάγματος που στάθμευε στο Ναύπλιο. Ο Α. Πολυζωίδης έγραψε επιστολή προς τον διοικητή του τακτικού τάγματος Π. Διαμαντίδη και ο Θ. Φαρμακίδης προς τους αξιωματικούς Μαμάκη, Καμπότη και Γενοβέλη για να κινήσουν σε αποστασία το τάγμα τους στο Ναύπλιο. 

Το εγχείρημα απέτυχε και μόνο ο Γενοβέλης αυτομόλησε στην Ύδρα. 

Ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματα του ομολογεί το σχέδιο για κατάληψη του Παλαμηδιού που το εμφανίζει ψευδώς ως δικό του. 

 Οι «συνταγματικοί», παράλληλα με το πραξικόπημα που είχαν προσκαλέσει τους πληρεξούσιους της Τετάρτης Εθνοσυνέλευσης στην Ύδρα. Ο Μακρυγιάννης συνέχισε την επαφή με τον Ρόδιο, (που δεν ήταν ανιψιός του Ησαΐα), και βρήκε και άλλη επαφή με κάποιο Ρουμελιώτη της φρουράς, και μάζεψε στρατιώτες για να καταλάβουν το φρούριο. Αυτές οι ενέργειες έγιναν μέχρι παράλληλα με την κατάληψη του ναυστάθμου στον Πόρο. Γράφει λοιπόν ο ψεύτης και ρουφιάνος Μακρυγιάννης, οπρακτορας των άγγλων, που ορισμένοι χαζοί τον τιμούν ως πατριώτη

«τότε βρίσκω έναν ανιψιόν του Δεσπότη Ησαϊα. Αυτός ήταν φρούραρχος εις το Παλαμήδι. Τον Κυβερνήτη τον φοβέριζαν πολλοί να τον σκοτώσουνε, ότι έκαμεν εξορίαν όλους τους σημαντικούς της πατρίδας άλλους εις τη Νύδρα κι' άλλους αλλού, κ' ο καθείς από αυτούς είχε το κόμμα του και συγγενείς του, και κιντύνευε. Εγώ εις τον Κυβερνήτη είχα μίαν συμπάθεια, ότι έλπιζα να μετανοήση και να 'ρθη εις τον καλόν δρόμον. Και τον 'παινούσα κι' ας με πείραζε αδίκως .Δεν μου κακοφαίνεταν. Τότε δια να μην του γένη κάνα δυστύχημα αυτεινού και κιντυνέψη η πατρίδα, μίλησα μ' εκείνον οπού ήταν φρούραρχος του Παλαμηδιού να μας δώση το Παλαμήδι και να του δώσουμεν δυο χιλιάδες τάλλαρα. Συνφωνήσαμεν 'σ αυτό και πούθε να μας μπάση και να λάβωμεν τις αναγκαίες τάμπιες. Με πήρε πήγαμεν οι δυο μας εις το Παλαμήδι. είδα τις θέσες, τα πολεμοφόδια, όλα. Τότε ορκίζομαι και με τον Μήτρο Ντεληγιώργη, στενό μου φίλον, τίμιον αγωνιστή, συνάζομεν ανθρώπους μυστικά. τους είχαμεν εις την Νεόπολη, τους δώσαμεν και χαρτζιλίκι, ξοδιάσαμεν καμμιά τετρακοσιαριά τάλλαρα. και τους λέγαμεν των ανθρώπων ότι θα πάμεν κλέφτες. Τότε είχαμεν χαζίρι αυτούς κι' ανθρώπους πιστούς να στείλωμεν συνχρόνως εις Ρούμελην, εις Πελοπόννησο και νησιά να γένουν οι πληρεξούσιοι. Θα 'ρχονταν οι ίδιγοι οπού 'ταν εις την Τετάρτη Συνέλεψη. Δεν θέλαμεν εκείνους, ότ' ήταν αγορασμένοι και να 'ρθούν πατριώτες. Τα χρήματα δεν τα 'χαμεν, τις δυο-χιλιάδες τα τάλλαρα. ανταμώνομεν με τον Μιαούλη- ήταν πρωτύτερα αυτό από τα καράβια οπού κάηκαν• του λέγω του Μιαούλη να πάγη εις τη Νύδρα και ειπή του Μαυροκορδάτου, των Κουντουργιωταίων και του Ζαϊμη να του δώσουνε τις δυο-χιλιάδες τα τάλλαρα κ' ύστερα τα ρίχνομεν εις την πατρίδα και πλερώνονται, ή μόνοι μας ο καθείς τα δίνομεν, καθώς εμείς πλερώνομεν και τους ανθρώπους. Του είπα να πάρη και καμπόσους Νυδραίγους να γνωρίζουν από κανόνια και εις την Πρόνοια "ανταμωνόμαστε. Πήγε ο Μιαούλης το λέγει αυτεινών. «Πες του Μακρυγιάννη, λένε του Μιαούλη, να τραβήξη χέρι από αυτό και θα γένη διαφορετικό "το πράμα"". Τότε διαλύσαμεν τους ανθρώπους. χάσαμεν και τα χρήματά" "μας. Του λέγω του Μιαούλη• ""Πως θα γένη διαφορετικόν; Θα συβιβαστούν;" "Αυτό είναι, του λέγω, το καλύτερον, να σωθούμεν"". 'Υστερα άρχισε" ο εφύλιος πόλεμος παντού και σκοτώνονταν οι άνθρωποι. Τότε άρχισε ο Πόρος και κάηκαν τα καράβια κ' έγινε παντού άνου-κάτου». 

Η διασταύρωση, αποκαλύπτει τον πραγματικό άνθρωπο. έχασε τα λεφτά του που δεν του τα έδιναν ύστερα. Τα μούπες σούπα ειναι όλα ψευδή και αφορούν σε πεικεινωνίες που έγιναν ανάμεσα στους συνωμότες του Ναυπλίου με τον Πόρο. 

Ο Μαυροκορδάτος ηταν μαζί με τον Μιούλη στο Ναύπλιο και οι επαφές με τον Ρόδιο έγιαναν μπροστά στον Μακρυγιάννη. Οπότε όλοι αυτοί οι «διάλογοι» είναι μούφα. Σάλτσα. 

Ο Μακυριγάνης ο φτωχός που «δεν είχε να ζήσει» επένδυσε 400 τάλαρα για να μαζέψει τους στρατιώτες και επένδυσε 2000 τάληρα που έδωσε στον Ροδίτη και τα έχασε. Και βέβαια ο συνομώτης δεν λαέι τίποτα για τη συνομωσία και το πραξικόπημα αλλά γράφει πικρές αλήθειες για την Πατρίδα. 


ΣΠΥΡΟΣ ΧΑΤΖΑΡΑΣ