Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

ΦΑΟΥΣΤ - ΜΕΡΟΣ ΙΙ



Μερικοί απαξιώνουν το δεύτερο μέρος του Φάουστ διότι υστερεί σε δραματικό ενδιαφέρον. Όμως το έργο θα ήταν ημιτελές αφού θα έμενε μεταίωρο και το στοίχημα Θεού και Διαβόλου αλλά και η συμφωνία Φάουστ και Διαβόλου. Επιπλέον, εκτός από δραματικό, υπάρχει και το πνευματικό ενδιαφέρον, το οποίο πιστεύουμε πως δεν θεωρείται ήσσονος σημασίας!

Στο Δεύτερο Μέρος η ζωή του ήρωα κινείται γύρω από δύο άξονες: Ο πρώτος είναι η έλξη για την Ωραία Ελένη και ο δεύτερος η κατασκευή ενός μεγάλου μηχανικού έργου.

Στην αρχή του Δεύτερου Μέρους ξυπνάει από έναν βαθύ αναζωογονητικό ύπνο και ο Μεφιστοφελής τον οδηγεί στα ανάκτορα του Αυτοκράτορα, όπου ο Μεφιστοφελής παίρνει τη θέση του γελωτοποιού. Στο βασίλειο υφίσταται ένα οξύ πρόβλημα οικονομικής κατάρρευσης, για το οποίο ο γελωτοποιός υπόσχεται ευτυχή έκβαση μέσω δήθεν θαμμένων μεγάλων θησαυρών, αλλά η ανασκαφή θα γίνει μετά από την προγραμματισμένη γιορτή των μεταμφιεσμένων.

Στη συνέχεια, Φάουστ και Μεφιστοφελής παρουσιάζονται σαν δύο ισχυροί Μάγοι. Ο Μεφιστοφελής θα δώσει λύση στο οικονομικό πρόβλημα εφευρίσκοντας το χαρτονόμισμα, το οποίο θα διανεμηθεί αφειδώς σε όλους, και όλοι θα είναι ευτυχείς.

Ο Αυτοκράτορας θα ζητήσει από τον έτερο Μάγο, τον Φάουστ, να βρει και να παρουσιάσει στην αυλή τον Πάρι και την Ελένη. Πράγματι, θα τα καταφέρει αλλά ο ίδιος ο ήρωας θα πέσει στη μαγεία της ομορφιάς της Ελένης. Η ασυγκράτητη κίνησή του να την αδράξει προκαλεί μια έκρηξη, την εξαφάνιση των δύο ειδώλων και μια βαθιά λιποθυμία του Φάουστ.

Στην επόμενη πράξη ο Φάουστ αναίσθητος μεταφέρεται από τον Μεφιστοφελή στο παλιό του εργαστήριο, όπου τη θέση του έχει πάρει ο πρώην μαθητής του, ο Βάγκνερ. Ο Βάγκνερ έχει καταπιαστεί μ΄ένα σπουδαίο πείραμα, την δημιουργία ενός ανθρώπου με διαδικασίες εργαστηρίου. Πράγματι, επιτυγχάνει να φτιάξει ένα ανθρωπάριο (humunculus), το οποίο διαθέτει νοημοσύνη ανώτερη του κανονικού ανθρώπου, αλλά είναι αναγκασμένο να ζει μέσα στη φιάλη. Το πρόβλημά του είναι πώς θα καταφέρει να βγει έξω από αυτή και να ζήσει σαν κανονικός άνθρωπος. Ο Μεφιστοφελής πάλι έχει το πρόβλημα του πώς θα συνεφέρει τον αναίσθητο Φάουστ. Τη λύση θα δώσει το ανθρωπάριο: Ο Φάουστ πρέπει να πατήσει στη γη, την πατρίδα, της ποθητής Ελένης.

Οι τρεις, Μεφιστοφελής, Φάουστ και ανθρωπάριο φτάνουν στην Ελλάδα, στη Θεσσαλία, όπου ο Φάουστ ανακτά τις αισθήσεις του αμέσως μόλις ακουμπάει το πόδι του στη γη. Μαζί με τη συναίσθηση ξυπνάει μέσα του και ο πόθος απόκτησης της Ελένης. Και αρχίζει η αναζήτηση.

Ακολουθεί κι εδώ, στη Θεσσαλία, μια Βαλπούργεια Νύχτα των φαντασμάτων των ξωτικών και της μαγείας, αυτή τη φορά όμως η Βαλπούργεια Νύχτα είναι «Κλασσική». Παρελαύνει μια ατελεύτητη σειρά μυθικών μορφών της ελληνικής μυθολογίας -σφίγγες, σειρήνες, λάμιες, φορκίδες (οι τρεις Γραίες), νηρηίδες, τρίτωνες, ο Πρωτέας, ο Κένταυρος Χείρων, κ.τ.λ.. Όλες οι μαγικές τέχνες ασκούνται εδώ, η Θεομαντεία, η Θαυματουργία, η Νεκρομαντεία, κ.τ.λ.. Στον τόπο αυτό θα καθοριστεί ο τρόπος απόκτησης του αντικειμένου της επιθυμίας τόσο του ανθρωπίσκου όσο και του Φάουστ. Ο πρώτος πρέπει να βυθιστεί στο θαλάσσιο νερό και ν΄αρχίσει μια διαδικασία εξέλιξης από πρωτόγονες καταστάσεις ζωής μέχρι την ανθρωποποίηση μέσω της Θεϊκής Επενέργειας. Όσο για τον Φάουστ, αυτός πρέπει να βυθιστεί στα σκοτάδια του Άδη και ν΄ανεβάσει από εκεί την Ελένη.

Στην επόμενη Πράξη, η Ελένη έχει επιστρέψει από τον Άδη μαζί με τις θεραπαινίδες της και βρίσκεται στο παλάτι το Μενέλαου, ο οποίος ετοιμάζεται να τελέσει μια θυσία.

Ο Μεφιστοφελής, μεταμορφωμένος στην κακάσχημη Φορκίδα, μια θεραπαινίδα, ειδοποιεί την Ελένη, ότι τα θύματα της θυσίας θα είναι εκείνη, η Ελένη, μαζί με τις θεραπαινίδες της. Προσφέρεται όμως μια σωτήρια λύση: Ο Πρίγκιπας της Αρκαδίας διαθέτει το ισχυρό του κάστρο για φιλοξενία και προστασία τους. Έτσι, ο Μεφιστοφελής θα οδηγήσει την Ελένη στον Πρίγκιπα, που δεν είναι άλλος από τον Φάουστ.

Από την ένωση του Φάουστ με την Ελένη θα γεννηθεί ο Ευφορίων, ένα ασυνήθιστο παιδί που αναπτύσσεται αμέσως σε νεαρό άντρα.

Ο Μενέλαος θα κινηθεί εναντίον του Πρίγκιπα για να πάρει πίσω την Ελένη. Ο νεαρός Ευφορίων καταλαμβάνεται από μια ακατανίκητη επιθυμία να πετάξει στα ουράνια, αλλά γκρεμίζεται και χάνεται στα χέρια της μητέρας του. Αμέσως εξαφανίζεται ο ίδιος αλλά και η μητέρα του, η Ελένη, αφήνοντας πίσω μόνο το πέπλο της.

Έτσι λήγει αυτό το επεισόδιο -σταθμός στη ζωή του Φάουστ.

Στην επόμενη Πράξη βρίσκουμε τον γέροντα πλέον Φάουστ ισχυρό ηγεμόνα της περιοχής -η τοποθεσία δεν δηλώνεται- να σκέφτεται την κατασκευή ενός μεγάλου υδατοφράχτη, με τον οποίο θα αποξήραινε μια τεράστια έκταση που του παραχώρησε ο Αυτοκράτορας, ώστε αυτή να γίνει ωφέλιμος τόπος διαμονής και καλλιέργειας για τους ανθρώπους. Αγγαρεύει τον Μεφιστοφελή να συμμετάσχει, καλώντας και πλήθος ανθρώπων, στο έργο, ώστε αυτό να ολοκληρωθεί γρήγορα.

Έτσι και γίνεται. Το μόνο που δυσαρεστεί τον Φάουστ είναι ένα μικρό καλύβι καταμεσίς της έκτασης, στο οποίο μένει ένα γέρικο ζευγάρι, ο Φιλήμων και η Βαυκίς, μαζί μ΄έναν επισκέπτη, παλιό ναυτικό που έχει έρθει να τους ευχαριστήσει επειδή κάποτε τον είχαν σώσει.

Ο Φάουστ αναθέτει στον Μεφιστοφελή να τους προσφέρει ένα ωραίο αρχοντικό για να περάσουν άνετα τα τελευταία τους χρόνια, σε αντάλλαγμα για το φτωχοκάλυβο που θα έπρεπε να εγκαταλείψουν. Ο Μεφιστοφελής όμως με τους μπράβους του σκοτώνει τα γεροντάκια και τον επισκέπτη τους και βάζει φωτιά στην καλύβα.

Ο Φάουστ οργίζεται και καταριέται τον Μεφιστοφελή, ο οποίος προβάλλει διάφορες δικαιολογίες. Μέσα από τους καπνούς της φωτιάς που σβήνει προβάλλουν τέσσερες γκρίζες γυναικείες μορφές: Η Ένδεια, η Οφειλή, η Ανάγκη και η Έγνοια. Κατευθύνονται προς τον Φάουστ, αλλά οι τρεις πρώτες δεν μπορούν να μπουν καθώς ο Φάουστ είναι πλούσιος, η Έγνοια όμως θα γλιστρήσει από την κλειδαρότρυπα, θα φυσήξει τον Φάουστ στα μάτια και θα τον τυφλώσει.

Αν και τυφλός, ο Φάουστ θέλει να ολοκληρώσει το χρήσιμο έργο του αποξηραίνοντας μια τάφρο με βόρβορο. Καλεί λοιπόν τον επιστάτη και του δίνει εντολή να διεκπεραιώσει το έργο μαζί με τους εργάτες του. Ο επιστάτης ανταποκρίνεται πρόθυμα, πλην όμως δεν είναι παρά ο Μεφιστοφελής που υποδύεται τον επιστάτη. Ο τυφλός Φάουστ δεν μπορεί να τον δει, και νιώθοντας άφατη ικανοποίηση προφέρει τα μοιραία λόγια: «Όταν ολοκληρωθεί το έργο, τότε θα πω ας κρατήσει αυτή η στιγμή για πάντα»!

Ο Μεφιστοφελής αισθάνεται πως φτάνει πλέον η ώρα να κερδίσει το πολυπόθητο έπαθλο, την ψυχή του Φάουστ, και ετοιμάζεται γι΄αυτό. Έχει καλέσει τους Λεμούρες, μοχθηρούς βρικόλακες, να σκάψουν, όχι βέβαια την τάφρο, όπως νομίζει ο Φάουστ που ακούει ευτυχισμένος τις αξίνες να δουλεύουν, αλλά τον τάφο τους.

Ο γερο-Φάουστ πέφτει κάτω νεκρός και οι Λεμούρες τον σπρώχνουν μέσα στο λάκκο. Είναι όλοι έτοιμοι ν΄αδράξουν την ψυχή, μόλις αυτή προβάλει από το κουφάρι.

Τα σχέδιά τους χαλούν στρατιές αγγέλων που κατεβαίνουν από τον ουρανό, τραγουδώντας και σκορπώντας τριαντάφυλλα που καίνε τους δαίμονες. Επακολουθεί λεκτική πάλη μεταξύ των δυνάμεων του σκότους και του Φωτός, ενώ εμφανίζονται κι άλλες άγιες μορφές ερημιτών, και τέλος της Ίδιας της Κυρίας του Κόσμου, της Παναγίας.

Στα πόδια Της εμφανίζονται με ύμνους και ικεσίες παλιές αμαρτωλές, η πόρνη που σκούπισε τα πόδια του Χριστού με τα μαλλιά της, η Σαμαρείτισσα που Του έδωσε νερό στο πηγάδι, η Μαρία η Αιγύπτια που εξαγνίστηκε σαράντα χρόνια στην έρημο, και τέλος η ταπεινή μορφή της Μαργαρίτας.

Η παρουσία και το κάλεσμα αγάπης της Μαργαρίτας εξωθούν την ψυχή του νεκρού Φάουστ προς τον Ουρανό. Έχει σωθεί. Ο Διάβολος έχει χάσει το στοίχημα. 

Το Καλό έχει νικήσει!
συνεχίζεται...