Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΤΩΝ ΛΑΩΝ


ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΡΩΜΑΪΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ



Τα Αίτια της Μετανάστευσης

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ευρωπαϊκής ιστορίας κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα είναι η μετανάστευση και η εγκατάσταση γερμανικών λαών στα εδάφη της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατά τον 5ο αι. Οι Γερμανοί ανήκουν στην ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια. Σχετικά με την προέλευσή τους και το χρόνο της μετακίνησής τους από τις αρχέγονες εστίες τους υπάρχει πολύ μεγάλη αβεβαιότητα. Η εγκατάστασή τους σε ρωμαϊκά εδάφη ευνοήθηκε από ορισμένες μεταβολές στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας που έγιναν αισθητές στη διάρκεια του 4ου αι. Αυτές ήταν η υποχώρηση του εμπορίου και της χρηματικής οικονομίας, η αναβίωση μορφών φυσικής οικονομίας (Τύπος οικονομίας στον οποίον η παραγωγή είναι κλειστή, περιορισμένη και με αργούς ρυθμούς ανάπτυξης, έχοντας ως αποστολή της την ικανοποίηση των προσωπικών αναγκών του παραγωγού. Η φυσική οικονομία εμφανίσθηκε την προϊστορική περίοδο και εκτοπίσθηκε σταδιακά από οικονομικά συστήματα όπου επικρατούσαν οι εμποροχρηματικές ανταλλαγές, αν και επανεμφανίσθηκε σε ορισμένες ιστορικές περιόδους και διατηρήθηκε επί μεγάλο χρονικό διάστημα σε οικονομικά καθυστερημένες περιοχές της υφηλίου.) και η εντατικοποίηση της γεωργίας, η μείωση του πληθυσμού και η συρρίκνωση των πόλεων, η αύξηση της ισχύος των γαιοκτημόνων μελών της Συγκλήτου (Σύγκλητος (λατ. senatus): Το κυβερνητικό και συμβουλευτικό σώμα της αρχαίας Ρώμης, το οποίο αποτελούσε τον μακροβιότερο θεσμό της ρωμαϊκής πολιτείας. Την αποτελούσαν αρχικά τα μέλη της τάξης των πατρικίων και η εξουσία της ήταν απεριόριστη. Την εποχή της Δημοκρατίας κατέστη το κύριο κυβερνητικό σώμα στη Ρώμη. Την συνεχώς αυξανόμενη ισχύ της προσπάθησαν να περιορίσουν οι ηγέτες των πληβείων. Επί Ηγεμονίας έχασε τις περισσότερες αρμοδιότητές της. Ο Μ. Κωνσταντίνος δημιούργησε δεύτερο σώμα στην Κωνσταντινούπολη. Η Σύγκλητος διατηρήθηκε στη Ρώμη έως τον 6ο αι. μ.Χ. και στο Βυζάντιο έως την Άλωση.) και ο αυξανόμενος κατακερματισμός της εξουσίας. Οι εξελίξεις αυτές προκάλεσαν την κατάρρευση της ρωμαϊκής διοίκησης στη Δύση και το γεγονός αυτό με τη σειρά του ευνόησε την εγκατάσταση των Γερμανών και την ίδρυση των αυτοτελών βασιλείων τους. Πέρα, όμως, από τις μεταβολές αυτές, οι ιστορικοί επισημαίνουν και άλλους παράγοντες, οι οποίοι αφορούν τους ίδιους τους Γερμανούς, συνέβαλαν όμως και αυτοί στη μεγάλη γερμανική μετανάστευση. Τέτοιοι παράγοντες ήταν οι αναστατώσεις που συνέβησαν στη μακρινή Ανατολή, οι διαμάχες μεταξύ των διαφόρων βαρβαρικών φύλων, πιθανές κοινωνικές συγκρούσεις μέσα σε αυτά, η έλλειψη καλλιεργήσιμων εδαφών, ίσως ακόμη δυσμενείς κλιματικές μεταβολές και, τέλος, η έλξη που ασκούσε η Μεσόγειος και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στον κόσμο των βαρβάρων.

Το Εύρος της Μετανάστευσης

Η σπουδαιότερη από τις μεταναστεύσεις μέσα στη ρωμαϊκή επικράτεια έλαβε χώρα στις αρχές του 5ου αι. Διάφορα γερμανικά φύλα πέρασαν τον Ρήνο και εισέβαλαν στη ρωμαϊκή επικράτεια. Μία επιστολή του Αγίου Ιερωνύμου, που στάλθηκε από τη Ρώμη το 409, περιγράφει με δραματικό τόνο το μέγεθος της καταστροφής:

«… Αναρίθμητα και εξαιρετικά άγρια έθνη κατέκτησαν ολοκληρωτικά τη Γαλατία (Ιστορική περιοχή της Ευρώπης, που περιλαμβάνει την έκταση ανάμεσα στον ποταμό Πάδο και τις Άλπεις, καθώς και την έκταση ανάμεσα στις Άλπεις, τη Μεσόγειο, τα Πυρηναία και τον Ατλαντικό Ωκεανό, δηλ. τη σημ. Β. Ιταλία, τη Γαλλία, το Λουξεμβούργο, το Βέλγιο και τμήματα της Ολλανδίας και της Ελβετίας. Κατοικούταν από τα φύλα των Κελτών, τους οποίους οι Ρωμαίοι αποκαλούσαν Γαλάτες, εξ ου και το όνομα της περιοχής.). Όλη η χώρα που απλώνεται ανάμεσα στις Άλπεις και τα Πυρηναία, ανάμεσα στον Ωκεανό και τον Ρήνο ερημώθηκε από Κουάδους (Αρχαίο γερμανικό φύλο που τον 1ο αι. μ.Χ. κατοικούσε στην περιοχή της σημερινής Μοραβίας, ανάμεσα στους ποταμούς Δούναβη, Έλβα και Όντερ. Αρχικά βρίσκονταν σε ειρηνικές σχέσεις με τους Ρωμαίους, αλλά αργότερα (166-180 μ.Χ.) ενώθηκαν με τους Μαρκομάννους στον πόλεμο εναντίον των αυτοκρατόρων Μάρκου Αυρηλίου και Κόμμοδου. Μετά την ήττα τους, αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν προσωρινά την επικυριαρχία των Ρωμαίων. Στις αρχές του 5ου αι ένα μέρος των Κουάδων ακολούθησε τους Βανδάλους στην Ισπανία, όπου ίδρυσαν ένα βασίλειο στα βορειοδυτικά της χερσονήσου. Το βασίλειο των Κουάδων στην Ισπανία κατακτήθηκε από τους Βησιγότθους το 585.), Βανδάλους, Σαρμάτες (Λαός ιρανικής καταγωγής, συγγενής με τους Σκύθες. Είναι γνωστοί στις πηγές και ως Σαυρομάτες ή Σαυρομάτοι. Απαρτίζονταν από διάφορα φύλα, όπως τους Αλανούς, τους Ροξολανούς κ.ά. Τον 6ο-4ο αι. π.Χ. μετανάστευσαν από την Κεντρική Ασία στα Ουράλια. Τον 4ο αι. π.Χ. διέβησαν τον ποταμό Ντον και, έως τον 2ο αι. π.Χ., υπέταξαν τους Σκύθες της σημερινής Ν. Ρωσίας. Τον 1ο αι. μ.Χ. και αργότερα διείσδυσαν στις ρωμαϊκές επαρχίες της περιοχής του Δούναβη και συμμάχησαν με ορισμένα γερμανικά φύλα εναντίον των Ρωμαίων. Τον 3ο αι. συνετρίβησαν από τους Γότθους και τους ακολούθησαν στην εισβολή τους στη Δυτική Ευρώπη. Η χώρα των Σαρματών καταστράφηκε από τους Ούννους μετά το 370 μ.Χ. Όσοι επέζησαν αφομοιώθηκαν από τους κατακτητές τους ή τους ακολούθησαν στη Δύση. Τα τελευταία ίχνη του λαού των Σαρματών είχαν χαθεί έως τον 6ο αι.), Αλανούς (Σαρματικό φύλο το οποίο μετανάστευσε μαζί με τους υπόλοιπους Σαρμάτες από την Κεντρική Ασία προς τα δυτικά και εγκαταστάθηκε στα βόρεια του Καυκάσου. Από εκεί επεκτάθηκαν και στις στέππες της σημερινής Νότιας Ρωσίας. Από τον 1ο αι. π.Χ. έως τον 3ο αι. μ.Χ. διεξήγαν επιδρομές στις ρωμαϊκές επαρχίες της Ανατολής. Στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ. υποτάχθηκαν στους Ούννους και ένα μεγάλο μέρος των Αλανών τους ακολούθησε στη μετανάστευσή τους στη Δυτική Ευρώπη, όπου ενώθηκαν με τους Βανδάλους και τους Σουηβούς και πέρασαν στη Β. Αφρική. Οι Αλανοί αυτοί αφομοιώθηκαν γρήγορα από τους Βανδάλους. Οι Αλανοί που παρέμειναν στην Αλανία ήλθαν σε στενή επαφή με το Βυζάντιο. Εκχριστιανίστηκαν από τους Βυζαντινούς στις αρχές του 10ου αι. Η υποταγή τους στους Μογγόλους τον 13ο αι. είχε ως αποτέλεσμα τη διασπορά τους κατά φυλές και την αφομοίωσή τους από άλλους λαούς μετά τον 16ο αι.), Γεπίδες (Αρχαίο γερμανικό φύλο το οποίο αρχικά κατοικούσε στην Σκανδιναβία. Κατά τον 1ο και 2ο αι. μ.Χ. μετανάστευσαν μαζί με τους Γότθους και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή των εκβολών του ποταμού Βιστούλα. Στα μέσα του 3ου αι. μετακινήθηκαν και πάλι προς Νότον και εγκαταστάθηκαν στο βόρειο τμήμα της Δακίας. Στις αρχές του 5ου αι. υποτάχθηκαν στους Ούννους και έλαβαν μέρος στις επιδρομές του Αττίλα στα βυζαντινά εδάφη. Μετά τον θάνατο του Αττίλα (453) πρωτοστάτησαν στη διάλυση του κράτους των Ούννων και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Σιρμίου στον Δούναβη. Από το 552 ήλθαν σε σύγκρουση με τους Λογγοβάρδους της Παννονίας και του Νωρικού. Το 567 το κράτος τους διαλύθηκε από τους συνασπισμένους Λογγοβάρδους και Αβάρους. Ένα μέρος των Γεπίδων ακολούθησε τους Λογγοβάρδους στη Β. Ιταλία, ενώ οι υπόλοιποι υποτάχθηκαν στους Αβάρους. Μικρό μέρος τους κατατάχθηκαν στον βυζαντινό στρατό ως μισθοφόροι. Τα ίχνη τους χάνονται μετά τον 7ο αι.), Ερούλους (Αρχαίο γερμανικό φύλο που αρχικά κατοικούσε στη Σκανδιναβία. Στα μέσα του 3ου αι. μ.Χ. αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν προς Νότον υπό την πίεση των Δανών. Κατά τη μετακίνησή τους διασπάστηκαν σε δύο κλάδους. Ο δυτικός κλάδος εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Κάτω Ρήνου, από όπου διενεργούσαν επιδρομές στα ρωμαϊκά εδάφη της Γαλατίας. Ο ανατολικός κλάδος των Ερούλων έφτασε περί το 267 στις ακτές του Ευξείνου. Από εκεί διενήργησαν εκτεταμένη επιδρομή στις ρωμαϊκές επαρχίες του ελλαδικού χώρου και του Αιγαίου. Το 269 συνετρίβησαν μαζί με τους Γότθους από τους Ρωμαίους σε μάχη στη Ναϊσσό. Στα τέλη του 4ου αι. υποτάχθηκαν στους Ούννους και πήραν μέρος στις εκστρατείες του Αττίλα. Στα μέσα του 5ου αι. ελευθερώθηκαν από την κυριαρχία των Ούννων και το 470 κατέλαβαν την Παννονία. Ένα μέρος τους ακολούθησε τον Οδόακρο στην Ιταλία. Όσοι έμειναν υποτάχθηκαν στους Λογγοβάρδους στις αρχές του 6ου αι. Το 512 πέρασαν τον Δούναβη με άδεια του Βυζαντινού αυτοκράτορα και εγκαταστάθηκαν στη σημερινή Βουλγαρία ως σύμμαχοι του Βυζαντίου. Σταδιακά αφομοιώθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό. Την ίδια εποχή οι Έρουλοι του δυτικού κλάδου ενσωματώθηκαν στο Φραγκικό Βασίλειο.), Σάξωνες (Αρχαίο γερμανικό φύλο το οποίο μνημονεύεται για πρώτη φορά στα μέσα του 1ου αι. μ.Χ. Αρχικά κατοικούσαν στα παράλια της Βαλτικής και στο σημερινό Σλέσβιχ. Τον 4ο αι. μ.Χ. διενεργούσαν πειρατικές επιδρομές στη Βόρεια Θάλασσα. Στα πρώτα χρόνια του 5ου αι. επεκτάθηκαν στη Β. Γερμανία, ενώ μεγάλο μέρος τους εγκαταστάθηκε, μαζί με τους Άγγλους, στη Βρετανία. Στα τέλη του 8ου αι. ήλθαν σε σύγκρουση με τους Φράγκους και, τελικά, ενσωματώθηκαν στην αυτοκρατορία του Καρλομάγνου.), Βουργουνδούς, Αλαμαννούς (Ομοσπονδία γερμανικών φύλων που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή του Άνω Ρήνου και του Κάτω Δούναβη στις αρχές του 3ου αι. μ.Χ., από όπου διενεργούσαν επιδρομές στα ρωμαϊκά εδάφη της Γαλατίας, της Ιταλίας και του Ιλλυρικού. Στα τέλη του 3ου και τις αρχές του 4ου αι. ηττήθηκαν από τον Κωνσταντίνο Α’, το 357 από τον Ιουλιανό στη Γαλατία και το 368 από τον Βαλεντινιανό Α’ στον ποταμό Νέκαρ. Στα τέλη του 4ου αι. η ενοχλητική παρουσία τους στα ρωμαϊκά εδάφη είχε εξουδετερωθεί. Τον 5ο αι. απωθήθηκαν βορειότερα από τους Βησιγότθους και το 496 υποτάχθηκαν στους Φράγκους. Στα πλαίσια του Φραγκικού Κράτους διατήρησαν για πολλούς αιώνες έναν βαθμό αυτονομίας.) και Ούννους (Ομάδα τουρκόφωνων νομαδικών φύλων που κατοικούσαν αρχικά στην Κεντρική Ασία και μνημονεύονται για πρώτη φορά τον 2ο αι. μ.Χ., ενώ ήταν γνωστοί και στους Κινέζους ως Χουννού. Κατάγονταν, πιθανότατα, από τους Εφθαλίτες ή Λευκούς Ούννους. Η μετακίνησή τους από την Κεντρική Ασία προς τα δυτικά τον 4ο αι. μ.Χ. προκάλεσε τη Μεγάλη Μετανάστευση των Λαών. Στα μέσα του 4ου αι. μ.Χ. υπέταξαν τη Σογδιανή και λίγο αργότερα τους Αλανούς του Β. Καυκάσου. Από εκεί διέβησαν τον ποταμό Δον περί το 370. Το 375-376 περίπου νίκησαν τους Γότθους και κατέλυσαν το κράτος τους. Τότε υπέταξαν το μεγαλύτερο μέρος των Οστρογότθων και ανάγκασαν τους Βησιγότθους να μεταναστεύσουν στη Δύση. Έως το 390 είχαν εγκατασταθεί στην Παννονία, ενώ άλλο τμήμα τους επέδραμε στη Συρία και την Καππαδοκία το 394-395. Η συμμαχία τους με τους Βυζαντινούς τους επέτρεψε να επεκτείνουν έως τις αρχές του 5ου αι. την κυριαρχία τους σε πολλούς γερμανικούς και άλλους λαούς της Κεντρικής Ευρώπης. Από το 430 διενήργησαν πολλές καταστροφικές επιδρομές στα βυζαντινά εδάφη της Βαλκανικής, αναγκάζοντας τους αυτοκράτορες να υπογράφουν συνθήκες και να τους καταβάλλουν φόρο υποτέλειας. Το μέγιστο σημείο ακμής του κράτους τους ήταν η περίοδος βασιλείας του Αττίλα (434-453). Μετά το 450 και την τελική συνθήκη ειρήνης με το Βυζάντιο οι επιδρομές τους στράφηκαν προς τη Δύση. Το 451 επέδραμαν στη Γαλατία (όπου νικήθηκαν από τον στρατηγό Αέτιο) και το 452 στην Ιταλία. Μετά τον θάνατο του Αττίλα τα γερμανικά φύλα που ήταν έως τότε υποτελή στους Ούννους εξεγέρθηκαν. Το 455 οι συνασπισμένοι Γεπίδες, Οστρογότθοι και Έρουλοι νίκησαν τους γιους του Αττίλα σε μάχη στον ποταμό Νεντάο. Η αυτοκρατορία των Ούννων διαλύθηκε και τράπηκαν σε φυγή προς την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας. Το 469 προσπάθησαν ανεπιτυχώς να διεισδύσουν στη Βαλκανική. Σταδιακά εξέλιπαν ως λαός.). Η Βορματία αφανίστηκε ύστερα από μακρόχρονη πολιορκία. Η πανίσχυρη civitas Remorum [Ρενς, Reims], η Αμιένη, το Αρράς [Arras] και οι ακροτελεύτιες πόλεις της οικουμένης, οι Μορινοί, η Τουρναί [Tournai], η Σπείρα [Speyer] και το Στρασβούργο έγιναν τμήματα της Γερμανίας. Στην Ακουϊτανία (Ιστορική περιοχή της Ευρώπης, στα νοτιοδυτικά της σημερινής Γαλλίας, ανάμεσα στα Πυρηναία και τον ποταμό Γαρούννα. Αποτελούσε τμήμα της Γαλατίας και κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους στα μέσα του 1ο αι. π.Χ. Επί Αυγούστου έγινε ρωμαϊκή επαρχία. Κατά τη διοικητική μεταρρύθμιση του αυτοκράτορα Διοκλητιανού χωρίστηκε σε τρεις επαρχίες, την Πρώτη Ακουϊτανία (Aquitania Prima), τη Δευτέρα Ακουϊτανία (Aquitania Secunda) και τη Νοβεμποπουλανία (Novempopulana) ή Τρίτη Ακουϊτανία. (Aquitania Tertia).) ερημώθηκαν τα πάντα. Ακόμη και η Ισπανία τρέμει κάθε μέρα, καθώς θυμάται την εισβολή των Κίμβρων (Αρχαίο γερμανικό φύλο που κατοικούσε αρχικά στο βόρειο τμήμα της χερσονήσου της Γιουτλάνδης. Στα τέλη του 2ου π.Χ., μαζί με τους Τεύτονες και τους Άμβρωνες, μετανάστευσαν προς Νότον. Το 113 π.Χ. νίκησαν σε μάχη στην Καρινθία τους Ρωμαίους και εγκαταστάθηκαν στη Γαλατία, όπου αντιμετώπισαν νικηφόρα τους Ρωμαίους σε πολλές μάχες. Το 102 π.Χ. εισέβαλαν στη Β. Ιταλία, αλλά το 101 π.Χ. συνετρίβησαν από τον Ρωμαίο στρατηγό Μάριο.)».

Δέκα χρόνια αργότερα, γύρω στα 420, ο ιστορικός Ορόσιος περιέγραψε την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί με τα ακόλουθα λόγια:

«Οι Γερμανοί, αφού διέσχισαν τις Άλπεις, τη Ραιτία και όλη την Ιταλία, έχουν φθάσει κιόλας μπροστά στη Ραβέννα. Οι Αλαμαννοί οργώνουν τη Γαλατία και φθάνουν ακόμη και στην Ιταλία. Η Ελλάδα, η Μακεδονία, ο Πόντος και η Μικρά Ασία αφανίζονται από τον κατακλυσμό των Γότθων. Η Δακία πέρα από τον Δούναβη χάθηκε για πάντα. Οι Κουάδοι και οι Σαρμάτες καταστρέφουν την Παννονία. Οι Γερμανοί κατακτούν την εξαντλημένη Ισπανία».

Η Μετανάστευση των Βανδάλων

Οι Βάνδαλοι πέρασαν τον Ρήνο στα τέλη του έτους 406 και εισέβαλαν στην Ισπανία (409), όπου ασπάστηκαν τον Αρειανισμό. Αργότερα ο βασιλιάς Γιζέριχος οδήγησε τον λαό του στην Αφρική (429) και ίδρυσε το Βανδαλικό Βασίλειο (429-534). Τη βανδαλική κατάκτηση της Αφρικής διευκόλυναν διάφορα εθνικά, θρησκευτικά και κοινωνικά κινήματα, καθώς και η αντιπαράθεση του Ρωμαίου διοικητή με την κεντρική κυβέρνηση. Με τη συνθήκη του 435 μεταξύ Βανδάλων και Ρωμαίων, οι Βάνδαλοι έλαβαν τις κυριότερες βορειοαφρικανικές επαρχίες. Ακολούθησε η κατάληψη από τους Βανδάλους της Καρχηδόνος (439) και της Σικελίας. Με μια νέα συνθήκη ο αυτοκράτορας Βαλεντινιανός Γ’ αναγνώρισε την κυριαρχία των Βανδάλων στη Βόρεια Αφρική και στα νησιά Σαρδηνία, Κορσική, Σικελία και Βαλεαρίδες (476).

Ο Γιζέριχος και οι διάδοχοί του εφάρμοσαν τον υποχρεωτικό προσηλυτισμό του ρωμαϊκού πληθυσμού της Βόρειας Αφρικής στον Αρειανισμό. Αυτό επιδείνωσε τις σχέσεις μεταξύ κατακτητών και κατακτημένων. Σημαντικές ήταν οι γενικότερες συνέπειες της βανδαλικής κατάκτησης. Η απώλεια της Βόρειας Αφρικής, σιτοβολώνα της Ιταλίας, έκανε πολύ δύσκολο τον επισιτισμό της Ρώμης. Οι βανδαλικές επιδρομές υπονόμευσαν την οικονομία και τη δύναμη του Ρωμαϊκού Κράτους (κατάληψη και λεηλασία της Ρώμης το 455) και κατέστησαν εξαιρετικά επισφαλείς τις μεσογειακές επικοινωνίες.

Η Μετανάστευση των Βησιγότθων

Η κατάσταση αυτή ευνόησε το Βησιγοτθικό Βασίλειο της Τουλούζης (418-507). Οι Βησιγότθοι, που είχαν εγκατασταθεί αρχικά στη Θράκη με την άδεια των βυζαντινών αρχών (376), ξεσηκώθηκαν και στη μάχη της Αδριανούπολης συνέτριψαν τις δυνάμεις της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας Ουάλης (Φλάβιος Ουάλης (ή Βάλης) (Flavius Valens). Γεννήθηκε το 328 μ.Χ. περίπου στην Παννονία. Σταδιοδρόμησε στον στρατό και διακρίθηκε επί βασιλείας Ιουλιανού και Ιοβιανού. Τον Μάρτιο του 364 ο Ουάλης αναγορεύθηκε στην Κωνσταντινούπολη αυτοκράτορας του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους από τον αδελφό του Βαλεντινιανό, τον οποίον ο στρατός είχε ανακηρύξει αυτοκράτορα της Δύσης μετά τον θάνατο του Ιοβιανού. Το 365-366 αντιμετώπισε τη στάση του σφετεριστή Προκοπίου, συγγενούς του Ιουλιανού. Το 366-367 βαπτίστηκε Χριστιανός και ασπάστηκε το δόγμα του Αρειανισμού. Το 373/4 και το 377/8 εξεστράτευσε στο ανατολικό σύνορο για να αντιμετωπίσει τους Πέρσες. Το 376 έδωσε άδεια στους Γότθους να εγκατασταθούν στη Θράκη. Έχασε τη ζωή του στις 9 Αυγούστου 378 κατά τη διάρκεια μάχης στην Αδριανούπολη εναντίον των Γότθων και το επόμενο έτος τον διαδέχθηκε ο στρατηγός Θεοδόσιος.) έπεσε στο πεδίο της μάχης (378). Ο διάδοχός του Θεοδόσιος Α’ εγκατέστησε τους Βησιγότθους στην Κάτω Μοισία (Ρωμαϊκή επαρχία στην ιστορική παραδουνάβια περιοχή της Μοισίας, η οποία πήρε το όνομά της από το θρακικό φύλο των Μοισών που κατοικούσαν στην περιοχή. Αποτελούσε το ανατολικό τμήμα της Μοισίας με πρωτεύουσα τη Μαρκιανούπολη και χωρίστηκε από την Άνω (δυτική) Μοισία το 86 μ.Χ. Σήμερα αποτελεί τμήμα της Βουλγαρίας.) (382). Αργότερα ο βασιλιάς των Βησιγότθων Αλάριχος (395-410) οδήγησε τον λαό του στην Ιταλία και κατέλαβε τη Ρώμη (410). Ακολούθησε νέα μετανάστευση στις ακτές του Ατλαντικού, όπου οι Βησιγότθοι κατέκτησαν τη Δεύτερη Ακουιτανία (Aquitania Secunda) (418). Εδώ οι Βησιγότθοι οργανώθηκαν και εξελίχθηκαν σε έθνος (gens) με άξονα τη γοτθική παράδοση. Οι Ρωμαίοι, όμως, κρατούσαν κλειστή τη διέξοδο προς τη Μεσόγειο. Η προσπάθεια των Βησιγότθων να συμμαχήσουν με τους Βανδάλους, για να σπάσουν τον ρωμαϊκό αποκλεισμό, ματαιώθηκε από τον Ρωμαίο στρατηγό Αέτιο (442). Ο τελευταίος πάντως συνεργάστηκε με τους Βησιγότθους στην καταστροφική για τους Ούννους μάχη στα Καταλαυνικά Πεδία (451). Οι Βησιγότθοι έφθασαν στο απόγειο της δυνάμεώς τους επί της βασιλείας του Ευρίχου (466-484), ο οποίος κατόρθωσε να ολοκληρώσει την κατάκτηση της Γαλατίας και να ιδρύσει ένα ανεξάρτητο κράτος. Ωστόσο, μετά την ήττα τους από τους Φράγκους και την απώλεια της Τουλούζης (507), οι Βησιγότθοι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην Ισπανία. Πρωτεύουσα του νέου Βησιγοτθικού Κράτους έγινε η Μέριδα και ακολούθως (μετά το 580) το Τολέδο. Το Βησιγοτθικό Βασίλειο της Ισπανίας καταλύθηκε από τους Άραβες το 711/712.

Η Μετανάστευση των Βουργουνδών

Ο λαός των Βουργουνδών, μετά τη διάβαση του Ρήνου (406), εγκαταστάθηκε στην περιοχή Μαγεντίας (Mainz) και Βορματίας (Worms) μεταξύ 409 και 413. Η αύξηση του πληθυσμού και η ανάγκη απόκτησης νέας γης, πιθανώς σε συνδυασμό με την πίεση των Ούννων, υποχρέωσε τον λαό αυτό να μεταναστεύσει δυτικότερα (435). Μετά τη διάλυση του Βουργουνδικού Κράτους από τους Ούννους, ο Ρωμαίος στρατηγός Αέτιος εγκατέστησε τους εναπομείναντες Βουργουνδούς στη Σαβοΐα (Ιστορική περιοχή της Γαλλίας η οποία καταλαμβάνει το βόρειο τμήμα των Γαλλικών Άλπεων. Στο δεύτερο μισό του 4ου αι. μ.Χ. ήταν γνωστή ως Σαπαυδία ή Σαβαυδία και από την ονομασία αυτή προέρχεται το σημερινό της όνομα, το οποίο εμφανίζεται τον 9ο αι.) (443). Από εδώ επεκτάθηκαν κατά μήκος των ποταμών Ροδανού (Rhône) και Άραρος (Saône). Το Βουργουνδικό Βασίλειο έφθασε στην ακμή του, όταν βασίλευε ο Αρειανός βασιλιάς Γουνδοβάδος (περ. 480-516). Εξαιτίας της αριθμητικής αδυναμίας τους, οι Βουργουνδοί δεν έλυσαν ποτέ τη συμμαχική σχέση τους με τους Ρωμαίους και αποδέχθηκαν την ιδέα υποταγής των Γερμανών στο Ρωμαϊκό Κράτος. Το βραχύβιο αυτό βασίλειο καταλύθηκε μετά το 534 από τους Φράγκους.

Η Πτώση του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους

Μετά το 461, η Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κυβερνήθηκε από σκιώδεις αυτοκράτορες που είχαν έδρα τη Ραβέννα και κηδεμονεύονταν από Γερμανούς στρατηγούς. Ο αξιωματούχος Ορέστης, ο οποίος είχε υπηρετήσει στην αυλή του Αττίλα, αντικατέστησε τον αυτοκράτορα Ιούλιο Νέπωτα με τον γιο του Ρωμύλο Αυγουστύλο (476). Το μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Αυτοκρατορίας, με εξαίρεση την Ιταλία και μερικές περιφερειακές περιοχές, είχε ήδη περάσει στην κυριαρχία των Γερμανών βασιλέων. Μία εξέγερση του στρατού έθεσε τέρμα στην εξουσία του Ορέστη. Ο Οδόακρος, ο οποίος ανήκε στο φύλο των Σκίρων (Γνωστοί και ως Σκύροι ή Σκίρροι. Αρχαίο γερμανικό φύλο που κατοικούσε αρχικά στην περιοχή της δεξιάς όχθης του ποταμού Βιστούλα. Από τον 3ο έως τον 5ο αι. μ.Χ. ακολούθησαν τους Γότθους, τους Σαρμάτες και τους Ούννους στις επιδρομές και μετακινήσεις τους. Σταδιακά ενσωματώθηκαν σε άλλα γερμανικά φύλα.), καθαίρεσε τον Ρωμύλο και με τη σύμφωνη γνώμη της Συγκλήτου αναγορεύθηκε rex, δηλαδή βασιλιάς (476). Ο αυτοκράτορας Ζήνων δεν μπορούσε παρά να δεχθεί την αλλαγή εξουσίας στην Ιταλία, θεωρούσε όμως τον Οδόακρο ως σφετεριστή και περίμενε να παρουσιασθεί μια ευκαιρία για την ανατροπή του. Την ευκαιρία αυτή του την προσέφεραν οι Οστρογότθοι.

Η Μετανάστευση των Οστρογότθων

Οι Οστρογότθοι είχαν εγκατασταθεί στην Παννονία ως φοιδεράτοι (Ρωμαϊκός και βυζαντινός νομικός όρος που δήλωνε τις βαρβαρικές φυλές που είχαν εγκατασταθεί σε εδάφη της Αυτοκρατορίας ως σύμμαχοι. Αργότερα δήλωνε και τα επίλεκτα στρατιωτικά σώματα που στρατολογούνταν από τους βαρβάρους.), μετά την κατάρρευση του κράτους των Ούννων (453). Αργότερα μετανάστευσαν νοτιότερα και συνεργάστηκαν με τη βυζαντινή κυβέρνηση. Πολλοί Γότθοι, μάλιστα, κατόρθωσαν να διεισδύσουν στη στρατιωτική και πολιτική διοίκηση του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους. Ο ηγεμόνας τους Θεοδώριχος ο Μέγας (471-526) αναρριχήθηκε στα ύψιστα ρωμαϊκά αξιώματα και απέκτησε μεγάλη ισχύ, γι’ αυτό ο αυτοκράτορας φρόντισε να τον στείλει στην Ιταλία: είναι το τελευταίο βήμα στην προσπάθεια απαλλαγής του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους από τα γερμανικά στοιχεία (489). Ο Θεοδώριχος δολοφόνησε τον Οδόακρο (493) και έγινε κύριος της Ιταλίας. Ο αυτοκράτορας Αναστάσιος τον αναγνώρισε ως rex Gothorum («βασιλέα Γότθων»)και κύριο της Ιταλίας (497), θέλοντας να δείξει ότι του μεταβίβαζε απλώς την κυβερνητική εξουσία της Δύσης. Κατά μία άποψη, η βασιλεία του Θεοδωρίχου ήταν ενισχυμένη σε σχέση με τις υπόλοιπες βασιλείες της Δύσης.

Ο Θεοδώριχος γνώριζε ότι η βυζαντινή κυβέρνηση τον έβλεπε ως σφετεριστή και ήταν βέβαιος ότι οι Βυζαντινοί θα προσπαθούσαν να απαλλαγούν από αυτόν με την πρώτη ευκαιρία. Έτσι, για να διασφαλίσει το βασίλειό του από εξωτερικές απειλές, ο Θεοδώριχος δημιούργησε, με τη στήριξη των Βησιγότθων, ένα σύστημα συμμαχιών και οικογενειακών σχέσεων με Γερμανούς βασιλείς. Υπέγραψε συμφωνίες με τους βασιλείς των Βουργουνδών (494) και των Βανδάλων (περ. 500), ενώ προσπάθησε να αντιμετωπίσει τις απόπειρες για συγκρότηση συμμαχίας μεταξύ Φράγκων και Βυζαντινών συμμαχώντας με τους βασιλείς των Θουριγγίων (Γνωστοί και ως Θουριγγοί. Αρχαίο γερμανικό φύλο το οποίο μνημονεύεται για πρώτη φορά τον 5ο αι. μ.Χ. Καταγόταν από το γερμανικό φύλο των Ερμουνδούρων (σε επιμιξία με Σλάβους) ή, κατ' άλλους, από αυτά των Τουρώνων και των Τευριοχαίμων. Επί Αττίλα υποτάχθηκαν στους Ούννους. Αργότερα ίδρυσαν μεγάλο κράτος, που εκτεινόταν από τα όρη Χαρτς έως τον Δούναβη. Μετά την ήττα τους από τους Φράγκους, το βασίλειό τους περιορίστηκε στα όρη Χαρτς και τον Θουρίγγιο Δρυμό και ηγεμονευόταν από Φράγκους δούκες. Εκχριστιανίστηκαν στις αρχές του 8ου αι.) (περ. 510), των Ερούλων (περ. 508) και μικρότερων γερμανικών φύλων βορείως των Άλπεων. Η εξέχουσα θέση του Θεοδωρίχου βασιζόταν στο κύρος που είχε ως κύριος της Ρώμης και προστάτης του ρωμαϊκού πολιτισμού. Επί της βασιλείας του η Ιταλία έγινε και πάλι κέντρο με πολιτική σημασία.

Οι Λόγοι του Μη Εκγερμανισμού της Ρωμαϊκής Κοινωνίας

Η μικρή αριθμητική δύναμη των γερμανικών φύλων που μετανάστευσαν στο Ρωμαϊκό Κράτος καθόρισε αρχικά τη σχέση τους με τους Ρωμαίους. Οι Βάνδαλοι αριθμούσαν περίπου 80.000 ανθρώπους, από τους οποίους 15.000 πρέπει να ήταν πολεμιστές. Οι Γότθοι ήταν λίγο περισσότεροι, οι Βουργουνδοί λιγότεροι. Αντίθετα, ο ρωμαϊκός πληθυσμός, αν και είχε μειωθεί σε σχέση με προηγούμενους αιώνες και είχε χάσει τη ζωτικότητά του, ανερχόταν σε εκατομμύρια. Η αριθμητική υπεροχή του απέτρεψε τον εκγερμανισμό της ρωμαϊκής κοινωνίας.

Πέρα από αυτό, στη μετανάστευση δεν έλαβαν μέρος συγκροτημένοι λαοί, αλλά ομάδες με μεταβαλλόμενη σύνθεση, οργανωμένες γύρω από την ακολουθία του στρατιωτικού αρχηγού και το γένος. Έτσι, στη διάρκεια της μετανάστευσης πολλά φύλα εξαφανίστηκαν ή διασπάστηκαν. Με τους Βανδάλους ενώθηκαν τα υπολείμματα των Αλανών και των Βησιγότθων, με τους Βησιγότθους αργότερα μέρος των Οστρογότθων, με τους Οστρογότθους υπολείμματα Ρούγων (Γνωστοί και ως Ρούγιοι ή Ρογοί. Αρχαίο γερμανικό φύλο που κατοικούσε αρχικά στην περιοχή των παραλίων της Βαλτικής Θάλασσας, μεταξύ των ποταμών Όντερ και Βιστούλα. Στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ. υποτάχθηκαν στους Ούννους και τους ακολούθησαν στις μετακινήσεις τους στην Κεντρική Ευρώπη. Μετά τον θάνατο του Αττίλα (453) και τη διάλυση της αυτοκρατορίας του (455), οι Ρούγοι ίδρυσαν νέο κράτος στην αριστερή όχθη του Δούναβη, σε περιοχές της σημερινής Αυστρίας και Ουγγαρίας. Το κράτος τους καταλύθηκε από τον βασιλιά των Ερούλων Οδόακρο το 487 και οι Ρούγοι σταδιακά ενσωματώθηκαν σε άλλα γερμανικά φύλα.). Η συνοχή αυτών των λαών δεν στηριζόταν στη φυσική ενότητά τους, αλλά στην κυρίαρχη βούληση των βασικών ομάδων.

Οι πολιτικοί θεσμοί των μεταναστών

Η βασιλεία, θεσμός στρατιωτικής προέλευσης, αντιπροσώπευε την κύρια πολιτική δύναμη στα γερμανικά κράτη. Το κύρος της αποδίδεται στη διαρκή ανάγκη διεξαγωγής πολεμικών επιχειρήσεων, αλλά και στο ρωμαϊκό πρότυπο της εξουσίας του στρατηγού. Ο βασιλικός θεσμός νομιμοποιήθηκε και δημιούργησε δυναστείες χάρη στην αρχαϊκή αντίληψη για την ιερότητα και τη θεία καταγωγή του βασιλεύοντος γένους (όπως ήταν το γένος των Αμαλών (Γοτθική δυναστεία, το όνομα της οποίας προέρχεται από τον γενάρχη της, Αμάλα, ο οποίος έζησε στα τέλη του 2ου αι. μ.Χ. και θεωρείται ο ιδρυτής του βασιλικού γένους των Οστρογότθων. Από τα μέσα του 4ου αι. βασίλευσαν αδιάκοπα στους Οστρογότθους. Ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της δυναστείας ήταν ο Θεοδώριχος ο Αμαλός, ο οποίος οδήγησε τους Οστρογότθους στην Ιταλία. Η δυναστεία έληξε με τη δολοφονία του βασιλιά Θευδάτου στην Ιταλία το 536). Όργανο της βασιλικής εξουσίας έγινε η νέα υπηρετική αριστοκρατία που πλούτισε γρήγορα και απορρόφησε την παλαιά εξ αίματος αριστοκρατία.

Η επίδραση του ρωμαϊκού πολιτισμού στους Γερμανούς

Οι Γερμανοί επηρεάστηκαν έντονα από τους Ρωμαίους στους τομείς του δικαίου, της πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης και της θρησκείας και επέδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον ρωμαϊκό πολιτισμό. Με εξαίρεση τον βασιλιά των Βανδάλων Γιζέριχο, οι νεοφερμένοι δεν επεδίωξαν να καταστρέψουν τον ρωμαϊκό κόσμο, αν και κατά καιρούς εξεδήλωσαν αντιρωμαϊκές διαθέσεις. Οι Βουργουνδοί ένιωθαν ως απόγονοι Ρωμαίων από τον 4ο αι., ενώ ο Οστρογότθος βασιλιάς Ατάουλφος δήλωσε ότι, ενώ αρχικά επεδίωκε να εξαλείψει το όνομα “Ρωμαίος”, να μετατρέψει τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (“Ρωμανία”) σε Γοτθικό Κράτος (“Γοτθία”) και να γίνει ο ίδιος Καίσαρ Αύγουστος, διέβλεψε ότι οι ατίθασοι Γότθοι δεν θα υπάκουαν στους νόμους, που συγκρατούν μια πολιτεία, και γι’ αυτό έθεσε τους Γότθους στην υπηρεσία του Ρωμαϊκού Κράτους, προκειμένου να μείνει στη μνήμη των μεταγενεστέρων ως ανορθωτής του.

Η συνύπαρξη Ρωμαίων και μεταναστών

Η εγκατάσταση των Γερμανών έγινε σύμφωνα με το jus hospitalitatis («δίκαιον φιλοξενίας»), δηλαδή την αρχή της εκχώρησης στους εποίκους του ενός τρίτου (Οστρογότθοι) ή των δύο τρίτων (Βουργουνδοί και Βησιγότθοι) της γης στην περιοχή υποδοχής. Η διανομή αφορούσε μικρό μόνο μέρος των γαιών εξαιτίας του μικρού αριθμού των Γερμανών και δεν προκάλεσε ιδιαίτερα προβλήματα στη ρωμαϊκή συγκλητική αριστοκρατία που κατείχε τη γη.

Πάντως, οι Γότθοι παρέμειναν στο ρωμαϊκό έδαφος, ξένοι και χωρισμένοι από τους Ρωμαίους, εξαιτίας της απαγόρευσης επιγαμιών με αυτούς. Το γεγονός αυτό οδήγησε στην έκδοση νομικών συλλογών που προορίζονταν αποκλειστικά για τους Ρωμαίους υπηκόους μέσα στο Βουργουνδικό και το Βησιγοτθικό Κράτος. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μάθαιναν οι Ρωμαίοι γοτθικά και οι Γότθοι λατινικά. Η εσωτερική αποξένωση έγινε αγεφύρωτη με τη θρησκευτική αντίθεση που απέτρεψε το ρίζωμα των Γερμανών στο ρωμαϊκό έδαφος.

Θρησκευτικές διαφορές

Οι Γότθοι δεν αποδέχθηκαν την ορθόδοξη εκδοχή του Χριστιανισμού, αλλά ασπάσθηκαν την αίρεση του Αρείου και έμειναν πιστοί σ’ αυτή και μετά την οριστική καταδίκη του Αρειανισμού. Στις περιοχές όπου εγκαταστάθηκαν χωρίς άδεια ξέσπασαν δογματικές έριδες, ενώ οι Βάνδαλοι προέβησαν σε διώξεις των Ορθοδόξων. Πολύ ηπιότερη ήταν η θρησκευτική πολιτική των Βησιγότθων βασιλέων, ενώ ο Θεοδώριχος εφάρμοσε πολιτική θρησκευτικής ανοχής και κατά καιρούς συνεργάστηκε με την εκκλησία της Ρώμης. Παρά ταύτα η δογματική αντίθεση δηλητηρίασε τις σχέσεις των Γερμανών με τη Ρωμαϊκή Εκκλησία.

Η ιδεολογική παράμετρος της συμβίωσης

Το γερμανικό πρόβλημα απασχόλησε τη ρωμαϊκή διανόηση, αλλά η συζήτηση δεν οδήγησε σε οριστικά συμπεράσματα. Ο Άγιος Αυγουστίνος τόνισε ότι η κατάληψη της Ρώμης από τον Αλάριχο δεν ήταν το τέλος του κόσμου και ότι η Ρώμη δεν ταυτιζόταν με τον Χριστιανισμό τόσο όσο φαντάζονταν οι Ρωμαίοι. Η ιδέα της παροδικότητας του Ρωμαϊκού Κράτους απέκτησε πολλούς οπαδούς στη διάρκεια του 5ου αι., ενώ η Ρωμαϊκή Εκκλησία θεωρήθηκε πνευματική κληρονόμος της Αυτοκρατορίας. Ο ιστορικός Κασσιόδωρος επιχείρησε να εξωραΐσει το ιστορικό παρελθόν των Γότθων και να συνδέσει τον λαό αυτό με τους Γέτες (Ένωση θρακικών φύλων, συγγενών με τους Δάκες, που κατοικούσαν στον Κάτω Δούναβη, στη σημερινή βορειοανατολική Βουλγαρία και τη ρουμανική Δοβρουτσά. Μνημονεύονται για πρώτη φορά στα τέλη του 6ου αι. π.Χ., όταν υποτάχθηκαν στους Πέρσες. Τον 5ο αι. π.Χ. ενσωματώθηκαν στο κράτος των Οδρυσσών Θρακών, ενώ τον 4ο αι. π.Χ. ήλθαν σε σύγκρουση με τους Σκύθες και κατόπιν υποτάχθηκαν στους Μακεδόνες του Μ. Αλεξάνδρου. Στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. βρέθηκαν υπό την κυριαρχία των Γαλατών εισβολέων, αλλά στα μέσα του αιώνα κατάφεραν να ιδρύσουν κράτος το οποίο έλεγχε και τα πέραν του Δούναβη εδάφη. Στα μέσα του 1ου αι. π.Χ. ενώθηκαν προσωρινά με το κράτος των Δακών. Από τα τέλη του αιώνα βρίσκονταν σε σύγκρουση με τους Ρωμαίους, οι οποίοι τους υπέταξαν οριστικά το 106 μ.Χ.) και τους Σκύθες (Νομαδικός λαός ιρανικής καταγωγής, ο οποίος μετανάστευσε από την Κεντρική Ασία στη σημερινή Νότια Ρωσία τον 8ο και 7ο αι. π.Χ. Η κυριαρχία τους είχε ως κέντρο τη χερσόνησο της Κριμαίας. Το κράτος τους καταλύθηκε από τους Σαρμάτες τον 4ο-2ο αι. π.Χ. Τα υπολείμματα των Σκυθών ενσωματώθηκαν στους λαούς της Μεγάλης Μετανάστευσης τον 4ο αι. μ.Χ. Η γλώσσα τους ήταν συγγενής με τη σαρματική και την αλανική? γνήσιος απόγονός της θεωρείται σήμερα η οσετική, που ομιλείται σε περιοχή του Καυκάσου.), επιδιώκοντας να συμφιλιώσει τους Ρωμαίους με τους Γότθους.

Η εδραίωση των νέων γερμανικών κρατών

Ωστόσο η βυζαντινή ανάκτηση στη Δύση δεν διήρκεσε πολύ. Το 568 οι Λογγοβάρδοι (Αρχαίο γερμανικό φύλο που αποτελούσε τμήμα των Σουηβών και τον 1ο αι. μ.Χ. κατοικούσε στην αριστερή όχθη του Άνω Έλβα. Κατά τον 4ο-5ο αι. μετακινήθηκαν στη λεκάνη του Μέσου Δούναβη. Το 546 εγκαταστάθηκαν στην Παννονία και το Νωρικόν ως σύμμαχοι του Βυζαντίου. Το 567 κατέλυσαν το κράτος των Γεπίδων. Το 568, πιεζόμενοι από τους Αβάρους, εισέβαλαν υπό την ηγεσία του βασιλιά Αλβοΐνου στα βυζαντινά εδάφη της Β. Ιταλίας, επικεφαλής συμμαχίας γερμανικών και άλλων φυλών. Έως τα τέλη του 6ου αι. είχαν καταλάβει τα εδάφη της σημερινής Τοσκάνης και Λομβαρδίας, τα οποία αποτέλεσαν το Λογγοβαρδικό Βασίλειο. Αργότερα ομάδες Λογγοβάρδων κατέλαβαν το Μπενεβέντο και το Σπολέτο, όπου ίδρυσαν ανεξάρτητα δουκάτα. Το 751 κατέλαβαν τη Ραβέννα και κατέλυσαν τη βυζαντινή εξουσία στο βόρειο και κεντρικό τμήμα της Ιταλίας. Το 773-774 το κράτος τους καταλύθηκε από τον Φράγκο βασιλιά Καρλομάγνο και οι Λογγοβάρδοι σταδιακά αφομοιώθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό.) άρχισαν την κατάκτηση της βυζαντινής Ιταλίας. Στις αρχές του 7ου αι. το Βυζάντιο έχασε και τις βάσεις του στην Ισπανία, ενώ οι εισβολές των Αβάρων (Ένωση τουρκόφωνων νομαδικών φύλων μογγολικής καταγωγής που κατοικούσαν στην Κεντρική Ασία. Μνημονεύονται για πρώτη φορά στα μέσα του 5ου αι. μ.Χ. Στα μέσα του 6ου εισέβαλαν στις στέππες των δυτικών περιοχών της Κασπίας και αργότερα εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Κάτω Δούναβη. Από εκεί ήλθαν σε διπλωματικές επαφές με το Βυζάντιο το 558. Το 567, από κοινού με τους Λογγοβάρδους, κατέλυσαν το κράτος των Γεπίδων και το 568 εξεδίωξαν τους Λογγοβάρδους και εγκαταστάθηκαν στην Παννονία. Έως τα τέλη του 6ου αι. επεξέτειναν την κυριαρχία τους στη Δαλματία, την Ιλλυρία, τη Μοισία και τα σλαβικά φύλα της περιοχής, ενώ παράλληλα διενεργούσαν επιδρομές στα εδάφη των Βυζαντινών, των Φράγκων, των Λογγοβάρδων και των λαών του Καυκάσου. Το 626 πολιόρκησαν ανεπιτυχώς την Κωνσταντινούπολη. Σταδιακά η δύναμή τους άρχισε να εξασθενίζει λόγω των εσωτερικών διενέξεων και της αντίστασης των γειτονικών λαών. Στα μέσα του 7ου αι. εκδιώχθηκαν από τις βόρειες περιοχές της Μαύρης Θάλασσας και το 680 η εξουσία τους στην Παννονία περιορίστηκε από την ίδρυση του Βουλγαρικού Κράτους. Το 791 συνετρίβησαν από τον Φράγκο βασιλιά Καρλομάγνο και το 796 το μεγαλύτερο μέρος της χώρας τους κατελήφθη από τους Φράγκους. Έως τον 9ο αι. οι Άβαροι είχαν αφομοιωθεί ολοκληρωτικά από τους λαούς των περιοχών της Μαύρης Θάλασσας και του Δούναβη.) και των Σλάβων (Αρχαίος λαός ινδοευρωπαϊκής καταγωγής, οποίος σήμερα κατοικεί κυρίως στην Ανατολική Ευρώπη και σε τμήμα της Κεντρικής Ευρώπης και των Βαλκανίων. Αρχικά κατοικούσαν μεταξύ των ποταμών Βιστούλα και Δνείπερου. Οι πρώτες μαρτυρίες για τους προγόνους των σλαβικών λαών προέρχονται από τον Ηρόδοτο και Ρωμαίους συγγραφείς. Αν και ήταν πολυπληθείς, δεν μπόρεσαν να σχηματίσουν ισχυρό κράτος και ζούσαν κατά φυλές, με μόνους κοινούς δεσμούς τη γλώσσα και τα ήθη και έθιμα. Στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ. υποτάχθηκαν στους Ούννους και τον 6ο αι. στους Αβάρους. Τον 7ο αι. ένα μέρος των Σλάβων εγκαταστάθηκε στη Βαλκανική, ενώ ήδη είχαν επεκταθεί προς τα δυτικά και τα βόρεια. Την εποχή εκείνη δημιουργήθηκαν και τα πρώτα σλαβικά κράτη. Στους σλαβικούς και σλαβόφωνους λαούς ανήκουν σήμερα οι Ρώσοι, οι Ουκρανοί, οι Λευκορώσοι, οι Τσέχοι, οι Σλοβάκοι, οι Πολωνοί, οι Σέρβοι, οι Κροάτες, οι Σλοβένοι και οι Βούλγαροι.) στη Χερσόνησο του Αίμου διέκοψαν τις χερσαίες επικοινωνίες με τη Δύση. Το κέντρο του δυτικού κόσμου μετατοπίσθηκε από την κατεστραμμένη Ιταλία στο Φραγκικό Κράτος. Έτσι ο Ιουστινιανός, που επιδίωκε να καταλύσει τη γερμανική κυριαρχία στη Δύση, κατέλυσε μόνο την αυτοτελή πολιτική παράδοση της Δυτικής Ρώμης που προστάτευε ο Θεοδώριχος. Στην εδραίωση των βασιλείων των Βησιγότθων (508-711) και των Λογγοβάρδων (568-774) συνέβαλε πολύ η μεταστροφή τους στην επίσημη εκδοχή του Χριστιανισμού. Αυτή διευκόλυνε την ανάμειξη Ρωμαίων και Γερμανών και συνέβαλε στην εθνογένεση του ισπανικού και του ιταλικού λαού σε μεταγενέστερους αιώνες. Οι Ορθόδοξοι χριστιανοί ηγεμόνες της φραγκικής Γαλατίας, της βησιγοτθικής Ισπανίας και της λογγοβαρδικής Ιταλίας συγκρίνονται με τον Μέγα Κωνσταντίνο και επιχειρούν να μιμηθούν τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (imitatio imperii), δεν αποδέχονται όμως στην πράξη τη ρωμαϊκή θεωρία της «οικογένειας των ηγεμόνων» και την εξάρτησή τους από τον Ρωμαίο (δηλαδή τον Βυζαντινό) αυτοκράτορα. Η τάση για διαμόρφωση σχέσεων ισοτιμίας με το πανίσχυρο Βυζαντινό Κράτος χαρακτηρίζει ιδιαίτερα τη φραγκική δυναστεία των Μεροβιγγείων, που εγκαινιάζει μια νέα φάση αλληλεπίδρασης μεταξύ Γερμανών, Χριστιανοσύνης και ρωμαϊκής παράδοσης.

Η Μετανάστευση των Φράγκων

Οι Φράγκοι Σάλιοι (Τμήμα του αρχαίου γερμανικού φύλου των Φράγκων. Τον 3ο αι. μ.Χ. ήταν εγκατεστημένοι στην περιοχή του ποταμού Άισελ. Στις αρχές του 4ου αι. ο Κωνστάντιος Χλωρός τους εγκατέστησε στη «Νήσο των Βαταυών», μεταξύ των ποταμών Λεκ και Βαάλ. Τον 5ο αι. κατέλαβαν τη Βελγική και, αργότερα, τη Γαλατία, όπου ίδρυσαν το Φραγκικό Βασίλειο υπό τη δυναστεία των Μεροβιγγείων και σταδιακά αφομοιώθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό.) και Ριπουάριοι (Τμήμα του αρχαίου γερμανικού φύλου των Φράγκων. Τον 3ο αι. μ.Χ. ήταν εγκατεστημένοι στη δεξιά όχθη του Ρήνου. Τον 4ο αι. απωθήθηκαν από τον Ιουλιανό και τον 5ο αι. από τον Αέτιο. Μετά το 454 εγκαταστάθηκαν στην κοιλάδα του ποταμού Μοζέλα. Τον 6ο - 7ο αι. εποίκησαν τα εδάφη της αριστερής όχθης του Ρήνου, τα οποία είχαν εγκαταλείψει οι Σάλιοι Φράγκοι. Εκχριστιανίστηκαν στις αρχές του 8ου αι.), οι οποίοι στα μέσα του 4ου αι. είχαν εγκατασταθεί στο σύνορο του Ρήνου, άρχισαν βαθμιαία να επεκτείνονται νοτιοδυτικά και στα μέσα του 5ου αι. έφθασαν στην περιοχή του ποταμού Σομ (Somme). Με τη βοήθειά τους οι Ρωμαίοι εμπόδισαν τους Βησιγότθους να περάσουν τον Λείγηρα (Loire). Ο ανταγωνισμός των Φράγκων με τους Βησιγότθους συνέβαλε στην ίδρυση ενός αυτοτελούς ρωμαϊκού κρατιδίου στη Βόρεια Γαλατία με κέντρο τη Σουασσόν (Soissons) που είναι γνωστό ως κράτος του Συαγρίου. Οι αρχικά φιλικές σχέσεις μεταξύ Φράγκων και ρωμανικού πληθυσμού δεν άργησαν να γίνουν εχθρικές και να κλιμακωθούν σε πολεμική σύγκρουση. Ο Φράγκος βασιλιάς Χλωδοβίκος (482-511) συνέτριψε τις δυνάμεις του Συαγρίου και κατέλυσε το κράτος του (486-487).